ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΑΛΙΔΗΣ - "Όταν βυθίζεται το πιάνο"

O Ανδρέας Γεωργαλλίδης γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία. Σπούδασε Παιδαγωγικά (Πτυχίο 1998), Ιστορία - Αρχαιολογία (Πτυχίο 2002) και Φιλοσοφία (Μinor Πτυχίο 2002) στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Aκολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές (DEA) στο Παρίσι (2002-2003) στο Τμήμα Φιλοσοφίας (Université de Paris I - Panthéon - Sorbonne). Σήμερα είναι υποψήφιος διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο Ηνωμένο Βασίλειο (University of Sussex). Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Αντικείμενες Ημιευθείες (1998), Παγωμένο Kενό στους 516º C (2001), Κλειδωμένες Θάλασσες (2003), την τετράγλωσση ποιητική συλλογή Όταν Βυθίζεται το Πιάνο (2004) (Ελληνικά – Αγγλικά – Γαλλικά – Γερμανικά) και την οκτάγλωσση ποιητική με τίτλο Χρώματα Απέναντι (Ελληνικά – Αγγλικά – Γαλλικά – Γερμανικά – Ιταλικά – Ισπανικά – Ρώσικα – Τούρκικα). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά In focus, Δεξαμενή, Φιλολογική Στέγη, Connaissance Hellénique, Τετράμηνα, Ενδοχώρα, Γκοβόστη, Εμβόλιμον, Philia, Πάροδος, Αιολικά, Γράμματα, Παρέμβαση, Πλανόδιον κ.α. Το έργο του έχει επίσης μεταφραστεί στα Πολωνικά, Βουλγαρικά, Σουηδικά, Φιλανδικά, Αραβικά, Ιρανικά και Κινέζικα.
Σελίδες του διαδικτύου που φιλοξενούν έργα του:

Σελίδα του Στ. Αμπελά http://www.geocities.com/ampelast/andreasgeorgallidis.htm
Περιοδικό ΣΤΑΧΤΕΣ (20 τχ)
http://stachtes.stratosfountoulis.com/
Περιοδικό ΠΕΡΙ ΓΡΑΦΗΣ http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=972



Σχόλιο για το έργο του Ανδρέα Γεωργαλίδη

Ο Μάκης Αποστολάτος γράφει για τον ποιητή του κενού

Ο Ανδρέας Γεωργαλλίδης έχω την εντύπωση πως αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση όχι μόνο στη σύγχρονη λογοτεχνία της Κύπρου αλλά και στην ευρύτερη Ελληνική και εκτός συνόρων. Κυρίως γιατί τόλμησε να εκδώσει μια από τις συλλογές του σε ένα τόμο 250 σελίδων με ελάχιστες παράπλευρες απώλειες. Οι μεγάλοι ποιητές στο σύνολό τους πλην ελαχίστων εξαιρέσεων γνωρίζοντας ή διαισθανόμενοι τις παγίδες που κρύβει ένα τέτοιο εγχείρημα, απέφυγαν μια τέτοια περιπέτεια που θα νόθευε την τελειομανία τους. Ο Μ. Ελευθερίου σε συνέντευξη του που μου παραχώρησε πρόσφατα λέει: «Η τηλεγραφική, ας το πούμε έτσι, γραφή του ποιήματος, σε αναγκάζει να πεις πολλά πράγματα σε λίγους στίχους». Στα σεμινάρια ποίησης που διδάσκω μια 15ετία, συχνά αναφέρομαι στην οικονομία των λέξεων και την αξία της σιωπής που και ο ίδιος επισημαίνει σ’αυτή την πραγματικά αξιοσημείωτη ποιητική κατάθεση. Και φαίνεται πως συμφωνεί και στην πράξη, με την άποψη που θέλει τον ποιητικό λόγο ουσιώδη, μακριά από φλυαρίες, ένα λόγο όπου κάθε λέξη πρέπει να εκφράζει ευστόχως το περιεχόμενο, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις επεξηγηματικών στίχων και πλατυασμούς.
Ας δούμε κάποια παραδείγματα περί σιωπής και ως σημαινόμενο, στην πολυσέλιδη συλλογή του «Όταν βυθίζεται το Πιάνο», όπου εξάλλου η συχνή επανάληψη της παραπέμπει στην αναγκαιότητα μεθερμηνείας της ως βασικό άξονα ανάπτυξης της θεματικής του βιβλίου ή έστω ως ένα θεμελιακό λίθο δόμησης των ερεθισμάτων και εμπνεύσεων του:
Σελ. 70: Το φως εσωκλείεται στη σιωπή του
» 74: ... διακόπτομαι στη σιωπή σου
» 108: Ταχυδρομώ το νου μου στο νησί της σιωπής
» 136: Αβέβηλη η σιωπή
» 186: Το φράγμα της σιωπής δίνει συνεχώς τη μάχη
» 214: Το μελάνι χύνεται στο χαρτί / για να σκοτώσει / τη σιωπή των ματιών
» 246: Η φωνή σου / τρίζει με τη σιωπή / και βουβαίνονται οι ρόλοι
Παράθεσα μόνο μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα για να μη μακρυγορώ. Θα μεταφέρω όμως αυτούσιο το ποίημα της σελίδας 102 και λόγω ιδιαιτερότητας της δομής και του λόγου της αφαιρετικότητας του νοήματος το οποίο όμως δημιουργεί αντίθεση με την ανάπτυξη της μορφής του:
Ο (έβδομος) στίχος
Στον έβδομο στίχο, γράφω την αλήθεια. / Δεύτερος στίχος / Τρίτος στίχος / Τέταρτος στίχος / Πέμπτος στίχος / Έκτος στίχος / / Όγδοος στίχος
Έχουμε λοιπόν την ουσία και την αφαιρετική λειτουργία του λόγου από τη μια, και τον καταιγισμό ποιημάτων – ευτυχώς, όχι μακροσκελών – από την άλλη, μια κατ’αντανάκλαση αντιφατικότητα, η οποία ωστόσο προσδίδει την πεμπτουσία της αισθητικής, όχι τόσο επειδή την εμπλουτίζει, αλλά γιατί εγκυμονεί τη γέννηση – έκρηξη του κόσμου του ποιητή, ωστόσο κόσμια, σε τόνους χαμηλούς, χωρίς ακρότητες. Όπως θα έλεγε και ο ίδιος, έτσι προκύπτει δια της έλξεως των αντιθέτων η ενότητα των, η κατάθεση – τοκετός, και στην προκειμένη περίπτωση η δημιουργία. Δημιουργία υπαρκτή αφού αν και πιέζεται από το βάρος τόσων σελίδων, ωστόσο λάμπει σαν μαργαριτάρι στο βυθό, κυλάει σε εκατοντάδες στίχους-ρυάκια κάτω από τον ολοφώτεινο ουρανό, στο γέρμα της άνοιξης, κελαρύζοντας τα συναισθήματα του στο επερχόμενο καλοκαίρι. Μοιάζει με την ένατη του Μπετόβεν, αναγγέλλοντας τη γέννηση ενός εξαιρετικού ποιητή που φαίνεται πως κουμαντάρει το βαρύ φορτίο του. Έστω και δύσκολα κέρδισε το στοίχημα της μεγάλης έντασης, των σελίδων-συμπληγάδων που ωστόσο γέμισαν έμπνευση, ξεπέρασαν την ανισότητά τους, επιβράβευσαν την τόλμη του ποιητή Γεωργαλλίδη. Του νέου αυτού που πάλεψε με τα θεριά της ζωής αποκτώντας νωρίς διακρίσεις και βιώματα, με τη ζούγκλα του χώρου αντιπαραθέτοντας στωικότητα και αξιοπρέπεια, με τους χείμαρρους της ψυχής και της γλώσσας. Αυτοί αν δεν τους τιθασεύσεις σε ρίχνουν στο βάραθρο της αποτυχίας. Μα ο νεαρός Κύπριος στοχαστής, τα κατάφερε να βγει νικητής και σχεδόν αλώβητος, με το διακύβευμά του πολύ ικανοποιητικό στο σύνολο του, αριστούργημα τελικά, αν δια της αφαίρεσης, δεν ξεπερνούσε της 100 σελίδες. Και μπράβο του, διότι δεν απομένουν περισσότερες σήμερα στο χρυσό βιβλίο των αριστουργημάτων για ένα Ρίτσο, ένα Σικελιανό, έναν Ελύτη. Έτσι μπορώ να πω πως «Όταν Βυθίζεται το Πιάνο» μένει ο απόηχος, η μουσική της σιωπής, τελικά η ακεραιότητα του συναισθήματος, το ακέραιο της ποίησης άνευ υπολοίπου. Μια τέτοια συσσώρευση εικόνων και ευγενών υλικών, όπου συνυπάρχουν αρμονικά, η υπαρξιακή αναζήτηση με τον ύμνο στον έρωτα, όπου εξ’ ίσου συχνά με τη σιωπή, συνδιαλέγονται γόνιμα τα σημαινόμενα, χρόνος, παρουσία - απουσία, μάτια, φως, ουρανός, θάλασσα, - τα τρία πρώτα με ιδιαίτερες συχνότητες συναντώνται σε στοχαστικές βάσεις, ρεύματα, ιδέες, τάσεις, ακόμα και σχολές. Αν και η εναλλαγή λυρισμού-ρομαντισμού αφήνει έντονα τα σημάδια του μικρόκοσμου του ποιητή όπως αυτός αναδύεται στην πλειονότητα των στίχων, το κοντράστ του ψυχισμού του με τις εντυπώσεις του έξω κόσμου αποδίδεται παραστατικά, συχνά με σουρεαλιστικές αποχρώσεις χωρίς να λείπει η ρεαλιστική προσέγγιση, αλλά και σχεδιάσματα σχηματικής ποίησης, μάλλον απρόβλεπτα. Μετά δηλαδή από μια αλληλουχία εξπρεσιονισμού-ιμπρεσιονισμού και με διαιτητή ας πούμε έναν διακριτικό νατουραλισμό να δίνει τους τόνους χωρίς ακρότητες, με τη χυδαιότητα να απουσιάζει εντελώς, συμμετέχεις στο υπερρεαλιστικό όραμα ή στο παιγνίδι των λέξεων ή απολαμβάνεις πότε το νοσταλγικό και πότε το αισθησιακό κλίμα που προσφέρουν οι στίχοι του. Και γυρίζεις σελίδα, οπότε υπάρχει πιθανότητα να βρεθείς μπροστά σε σχηματική γραφή.
Κυρίες και κύριοι, δεν είχα δει ποτέ μου τον Γεωργαλλίδη ως την ολοκλήρωση αυτού του σημειώματος, δεν τα έχω διαβάζει τα τρία προηγούμενα βιβλία του. Μελέτησα αυτό και διάβασα το πρόσφατο «Χρώματα Απέναντι». Δεν ξέρω αν έχει γράψει κάτι εκτός από την ποίηση των πέντε συλλογών του. Ωστόσο «Όταν βυθίζεται το Πιάνο» γεννιέται ένας ποιητής, όπως φαίνεται στην εδώ περίπτωση. Αλλά το ταλέντο του, μέσω του οποίου τον γνώρισα εξ’ αποστάσεως, όχι μόνο δεν θα βυθιστεί ποτέ, αλλά έγινε ήδη σωσίβιο, ίσως και αερόστατο που ανεβάζει στους ουρανούς της ανάστασης τις ψυχές των αναγνωστών. Καλωσορίστε τον ποιητή. Του κάνω χώρο να περάσει. Σας ευχαριστώ.
Μάκης Αποστολάτος
(εκδότης / διευθυντής περ. Ομπρέλα – ποιητής – κριτικός)



Ποιήματα από το βιβλίο:

ΑΦΙΛΟΞΕΝΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

Προσθέτω, λίγο ουρανό στη σκέψη μου
και ταξιδεύω - εκεί - που με ορίζω.
Κλειδώνομαι στις αφιλόξενες θάλασσες
και παρασέρνω τα κύματα στο ναό της σιωπής.
Πλήθος οι ρόλοι.
Μα το ξέρεις,
υπάρχω όσο δεν συμμετέχω στο μύθο.
Πλήθος οι ρόλοι.
Μα το ξέρω,
ο καλύτερος παρατηρητής
δεν βλέπει μόνο με τα μάτια.


#

ΝΑΥΑΓΩ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Στις γειτονιές των ματιών σου
θα σεργιανίσω πάλι το χαμόγελό μου.
Θα ακουμπήσω το φως στο κατώφλι σου
και θα μαζέψω τα χέρια μου
για να σε αγγίξω.
Ύστερα,
θα χαθώ στον ανοιξιάτικο χειμώνα μου
για να μπορώ έτσι
να συμμετέχω
στο τραγούδι της φωνής σου.


#

ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ ΣΙΩΠΗΣ

Ταξιδιώτης,
της ίδιας διαδρομής.
Παρατηρητής,
των ίδιων σημείων.
Χρώματα και σκιές - όλα εκεί, ανέπαφα.
Κι αυτός να κουβαλά,
τα διαφορετικά του μάτια.


#



Πηγή: Ανδρέας Γεωργαλίδης