ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ - "Αν-επίκαιρα Ποιήματα"

Η Σοφία Κολοτούρου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πήρε πτυχίο το 1998 και ειδικεύτηκε στην Κυτταρολογία. Zει στην Αθήνα και είναι παντρεμένη.

Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή, τα Αν-επίκαιρα ποιήματα, εκδόσεις Τυπωθήτω 2007. (Εντάχθηκε στη μικρή λίστα υποψηφιοτήτων του περιοδικού Διαβάζω, για το βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, Απρίλιος 2008).

Διαθέτει στο διαδίκτυο τις ιστοσελίδες
http://members.tripod.com/~sofia_4/
http://kofosi.blogspot.com/

Συμμετέχει στην ανθολογία “Συνθέσεις”, που εκδόθηκε από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας το 2004 και περιλαμβάνει ποιητές που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Μανδραγόρας (Τεύχος 32, Νοέμβριος 2004, 3 ποιήματα), Αντί (τεύχη 855, 870, 874-875), Γαλέρα (τεύχος 5, Φεβρουάριος 2006), Πνευματική Ζωή (τεύχη 163, 167). Στις εφημερίδες: Νέα Προοπτική (13/5/2004 και 24/7/2004), Αυγή (23/12/2007) και στα ηλεκτρονικά περιοδικά:
http://www.elogos.gr/lesxi/kolotourou_sofia.htm
http://www.elogos.gr/poetry/apoem2.htm
http://www.lexima.gr
http://www.poiein.gr

Στο διαδίκτυο έργα της βρίσκονται στις σελίδες
http://www.geocities.com/enosieve/selides.html?200819
Η Σοφία Κολοτούρου Ταξιδεύει Μαζί Μας

Έχει μελοποιηθεί το ποιήμα της: “Γραπτό μήνυμα μιας κουφής” από τον
B.D. Foxmoor (Active Member), με τον τίτλο: “Mήνυμα στο μπουκάλι”, που βρίσκεται στο άλμπουμ: Όταν οι μικρόνοοι hiphoραγούν (Μάρτιος 2008, διανομή με το περιοδικό Δίφωνο).

Είναι στη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού Ποιείν και έχει μόνιμη συνεργασία (στήλη: Ντοκουμέντο) με το περιοδικό Οροπέδιο.




ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν νωρίς την Ηθική
-δήθεν με νίβουν μ’ ανομήματα αιώνων.
Κι εγώ, ιέρεια στης Λαγνείας τη σπονδή,
Εκάτη, Αστάρτη, ηδονών μα και δαιμόνων
σε μιαν αντίληψη του κόσμου αρσενική.


Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν καιρό την Ενοχή
-δεν έχουν οι αμαρτίες μιαν όψη μόνον.
Κι εγώ, στου Ανήθικου δοσμένη τη σπουδή,
με μίση και κατάρες τόσων χρόνων,
στα φαύλα και τα κρείττω η πηγή,

είμαι η Γυναίκα, που παλεύει την πληγή.


11/7- 2/8/2000


#


ΙΝ ΜΕΜΟRΙΑΜ
Μνήμη Ηλία Λάγιου

Ώρες πολλές, στο πνεύμα της μποτίλιας
που ‘χει από χρόνια τόσα υποταχτεί.
Λυκόφως· ίσα πέφτει από της γρίλιας
τ’ άνοιγμα η νύχτα –που αργεί.
Γύρισμα ο τροχός, πτώση της μπίλιας.
Να το ζερό: έχει ήδη τριπλοβγεί.


Τρεις ήταν, λέει ο μύθος ο αστικός-
και λέγανε για θάνατο στ’ αστεία.
Γενιά μεταπολέμου, μαύρο φως-
σκεφτήκανε να παίξουν μια κηδεία
για πλάκα ή για το θρύλο –ποιός
σαν φάρσα αναμασά την ιστορία;


Πιο ευάλωτος, το χάρισμα του Λόγου
μπέρδεψε στιγμιαία ο Ποιητής,
μ’ ένα χορό αναίτιο του Ζαλόγγου,
με κάλεσμα μιας μυστικής φωνής
και μια σκηνή από θέατρο παραλόγου
να τώρα, παίζεται απ’ τους τρεις:


Μπαλκόνι, τρίτος όροφος, βραδάκι-
αμήχανη η πράξη η τελευταία.
Χαλί απλωμένο μοιάζει το Κουκάκι.
Ζαλίζεται και στρέφει στην παρέα-
Θα πέσει; Δεν θα πέσει; Ένα γελάκι
στην ύστερη στιγμή του, τη μοιραία.


Ζυγιάζεται για λίγο στο μπαλκόνι,
ανάμεσα σε γη και ουρανό,
στον Καρυωτάκη η σκέψη του σιμώνει,
καθώς και στον Αλέξη Τραϊανό.
“Πατέρα, έρχομαι” μόλις που αρθρώνει,
τρεκλίζει -κι αγκαλιάζει το κενό.

8/10/2005
ημέρα της κηδείας



#


ΗΜΕΔΑΠΟΣ ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ

Η πόλη αλλάζει κι ίδια μένει, χωνευτήρι
των Βαλκανίων –πλέον των δύο αιώνων-,
Ρώσων, Κινέζων, μαύρων απ’ τη Νιγηρία.
Κι ο Ημεδαπός Εξόριστος, στο παραθύρι,
σαν θέατρο προγόνων κι επιγόνων
της πόλης ξεδιπλώνει μια ιστορία.

Στον ίσκιο της Ακρόπολης, σαν όπως
που του Ψυρρή η μόνη χουρμαδιά
από τη γέφυρα φαινόταν του Ιλισσού
-κι έπειτα, πλήθος Βαυαρούς ο τόπος
πλημμύρισε, με σχέδια αρχιτεκτονικά-
κι η πόλη, ως την Πύλη τ’ Αδριανού.


Κι αργότερα, μπουλούκια εξ επαρχίας,
στα χίλια εννιακόσια κι ο Καβάφης
κι ο Παλαμάς, να γράφουν στην Αθήνα.
Δεντρόφυτη η πλατεία Ομονοίας,
μια συνοικία να μοιάζει της Ανάφης,
στο Ζάππειο κυρίες μ’ ομπρελίνα.


Απ’ το ειδύλλιο, η νέα καταστροφή
(λίγο μετά αυτοκτονεί ο Καρυωτάκης):
Πρόσφυγες μύριοι από τη Μικρασία
κι η πόλη απλώνει τόσο, παρεπιδημεί.
Σε παραγκούπολη τα σπίτια της ανάγκης,
Βύρωνας, Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία.


Μιλούνια ανθρώποι, κατεβαίνουν ολοένα
και ερημώνουν τα ορεινά χωριά.
Βουνίσιοι και καμπίσιοι, τώρα αστοί.
Κι η πόλη, να επεκτείνεται αφρισμένα,
σαν κύμα στα παράλια, στα βουνά,
να καταπίνει ολόκληρη Αττική.


Μα ο αχός της ιστορίας στα Βαλκάνια
και στην Ευρώπη της Ανατολής ξυπνάει.
Το ντόμινο αρχίζει με το Τείχος,
στα σύνορα οι ανθρώποι, στα λιμάνια,
πλήθος που όλο τα φράγματα περνάει
-κι εντέλει, ο αστικός μας μύθος:


Στις γειτονιές τις ίδιες, των κατατρεγμένων,
τόσους αιώνες θέλει να γυρνάνε,
γύρω απ’ την πρώτη αρχαία χουρμαδιά.
Στη ρίζα της Ακρόπολης, στων ξένων
τις συνοικίες τώρα Αλβανικά μιλάνε
και τρέμουν, μην τους ψάξουν τα χαρτιά.


Κι ο Ημεδαπός Εξόριστος γυρίζει
τις νύχτες, ίσκιος στο Μεταξουργείο,
στα Ρώσικα μιλάει στους μετανάστες,
ενώ το χωνευτήρι εξαφανίζει
της ιστορίας κάθε ίχνος και στοιχείο
-αλλά ποτέ τις τάξεις και τις κάστες.



26/4/2005


#