ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ - "Αναγκαία λήθη"

Η Κατερίνα Κατσίρη γεννήθηκε στο Ελαιοχώρι Αρκαδίας.
Από το 1976 ζει στην Αθήνα. Εργάζεται ως τεχνικός στον Ο.Τ.Ε.
Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 2001 με δημοσιεύσεις ποιημάτων της
στην εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ», με το όνομα Κατερίνα Κ.
Το 2005 εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο, με τίτλο «ΑΙΩΡΗΣΗ».
Εκτός από την ποίηση, ασχολείται επίσης με τη ζωγραφική και τη μουσική.
Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού ΡΩΓΜΕΣ


Έργα της:
Αιώρηση, Αθήνα 2005
Μικρές Σκιές, Αθήνα 2006
Παγιδευμένοι Κύκλοι, Αθήνα 2006
Αόρατα Τοπία, Εκδόσεις Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ 2007
Αόρατα Τοπία Φωτός και Σκιάς, εκδόσεις ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ 2007
ΖΟΖΕΤ Αθώο Μαύρο, Εκδόσεις Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ 2008
Αναγκαία Λήθη, Εκδόσεις Οδός Πανός 2009

Αρκετά από τα έργα της φιλοξενούνται στο διαδίκτυο σε λογοτεχνικές σελίδες (στην Ελλάδα και μεταφρασμένα στο εξωτερικό)






(αποσπάσματα από το βιβλίο “αναγκαία λήθη”)


ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

τα σήμαντρα δε μιλούν,
μ’ ένα νταν τρεμάμενο ριγούν
ανεπαισθήτως τη σιγή
Κι απόμεινα βαθιά διψασμένη μιλώντας
για κρινολούλουδα Αγγέλων, όλη νύχτα ύψωνα φωνή
εκφωνώντας ολάκερη σύλληψη στην απόλυτη ματαιότητά μου
Και φοβόμουν να τα φιλήσω, που έφτιαχναν μπάλες χιονιού
στρογγυλές πάνω στους φανοστάτες
αργότερα στο πάτωμα που κοιμάμαι μ’ ένα μικρό φακό
στον εγκέφαλο στριμωγμένο
Απόμεινα μια έρημος φριχτή, δίχως την έρημο των αγριμιών
ήξερα πως ήταν αργά ξετυλίγοντας αυτόν το στίχο για παιδιά
Πού είναι αλήθεια τα δικά μου παιδιά
δε στέκονται μήτε σε δρόμο, μήτε σε ουρλιαχτό γυναίκας
Καραδοκώ σα φάντασμα
μπροστά σε όλα τα κυρτώματα
αν γινόταν να πλημμύριζα το σπίτι που επιστρέφουν
με ύμνους ζωντανούς απ’ τις αλλόκοτες χορδές της λύρας μου
να μην τα βρει λυγμός φλογώδης
Κι απόμεινα ένα δάχτυλο διαβάζοντας στίχους προφητικούς
για την εποχή της άνοιξης και του καλοκαιριού
που δε φάνηκαν επάνω σε ταράτσες
Βλέπεις εκείνη η ελπίδα, συχνά επιστρέφει μόνη
συχνά γκρεμίζει όλα τα στηθαία
αναζητώντας τα παιδιά τη νύχτα
Τα παιδιά μεταξοσκώληκες σε τρίσβαθο τρόμου
καθώς σκυλί ουρλιάζει βόσκοντας τις αυλές μας
Πού βρίσκεις ήρεμα ύδατα υδάτων
να ζευγαρώσουν τα παιδιά με κρυσταλλένια νύχτα;
Αλλά τα μάτια τους εξάπαντος
που ερωτεύονταν μόλις πρασίνιζε τη χλόη
διδάσκοντας στο πρόσωπό μας τον τρόπο που αντέχει
τις οχιές μες στο χορτάρι
δεν μπορώ να καληνυχτίσω
Τα μάτια των παιδιών φοβάμαι ύστερα στα χρόνια
Δεν τα ψηλάφισα με φίλημα τα περασμένα βράδια
…………………………………..
……………………………………



#


2008 μ.Χ. – ΑΘΗΝΑ

Ευτυχώς που ακόμα γεννιούνται
παιδιά ζωντανοί ποιητές
και γκρεμίζουν εμάς που χυδαία ποιούμε
Ο Μαέστρος έγραφε το χρονικό των αδύναμων ημερών
μεγαλώνοντας τον πόνο από ώρα σε ώρα
με ρέκβιεμ και μικρές ωδές
Όχι για τους απλούς ποιητές, που έσβησαν τριάντα τριών ετών
με βήματα αυτόχειρα
– εκείνοι πήγαν σε πρώιμο θάνατο, αξεχώριστα
ερμηνεύοντας το θάνατό τους
Παραδίπλα οι μπάτσοι μπήγουν στην άσφαλτο μια φυλακή
– μπορεί να εκραγεί ως τα κόκκινα τούβλα της
αν μετρήσω τα μουχλιασμένα νοήματα της τάξης
με ωριμότητα διαίσθησης
Ένα παιδί άγουρο ύστερα χτυπά της πέτρας την επιθυμία
παίζοντας με τους σπιούνους ως το κόκαλο
Τόσο αλλόκοτα ωραίο στην αρχή και μετά λύπη
αδυσώπητη, κρυμμένη στ’ αναπάντητα
Καημένο παιδί, αγανακτείς διδάσκοντας συνείδηση
στο τσιμέντο και στη μοναξιά της οδού Ακαδημίας!
Βίασε στο μυαλό τους την αιτία, καθώς πετά σκουριές
στ’ αγάλματα και σπάζει τα μικρά τους δαχτυλάκια
Δυο ολόξανθα άλογα τουλάχιστον
ακολουθούν και το παίρνουν αγκαλιά στα στενά και στις πλατείες
Όμως τώρα το παιδί ξετέλειωσε με τα χτυπήματα στα χάσματα
Ζωγραφίζει, αχ πως ζωγραφίζει με σωστή γραφή τίμιους πεθαμένους
να τυλίγουν σαν ένδυμα σφιχτά το ρέκβιεμ, τα χέρια
σε κανέναν και λίγο πιο ψηλά μέλισσες
Δεν έχουν μάτια, μόνο χείλη υγρά, που απειλούν
θαρραλέα το θεό
Η τελευταία μάλιστα ξεχώριζε απ’ το ρυθμό στα πόδια
Γυμνά χτυπούν τον αέρα, αλλάζοντας στα κεφάλια ψυχές
και στα μάρμαρα τις άγνοιες των αιμάτων
Αέρας δε φυσούσε να μείνει στενός ο δρόμος
κι οι μέλισσες, στο φόβο προσπερνώντας το θεό
με πήραν παιδί μαζί τους
…………………………………..
……………………………………



#




2008 μ.Χ. – ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ

Τώρα που το φεγγάρι
βάρυνε ανεξήγητα
κι ο ήλιος συμπλέκεται στο χώμα
με γραμμική σύμπτωση
ας στοιχηθούμε στο χάος
Όταν μπήκε ο ουρανός στο μικρό πόνο
το κρασί έλειψε απρόβλεπτα σε πολιτείες ολόκληρες
και το νερό κρύφτηκε απ’ τα πολλά θαύματά του
Δύσβατη η άμμος των λάμψεων
γιατί αλίμονο, εκείνοι που δεν πέθαναν ακόμα
επιστρέφουν τα ουρλιαχτά στο μυαλό, τυλιγμένα γύρω
απ’ το μυαλό μου τα παιδιά τους, θέλουν να με συλλάβουν
Το γνωρίζω, από το άλογο που έρχεται αθόρυβο οχτώ η ώρα το πρωί
ντυμένο άραβας Παλαιστίνιος, να παίξει μαζί μου
Θα με λιώσει, στο υπόγειο που θάφτηκα καλλιεργώντας
προέδρους και τοξικά μικρόβια, σύντομα να κρυφτώ
στα κάγκελα του δικού μου Εβραίου, όχι μην του ανοίξει κανείς
ανατινάζοντας την πόρτα που επιμελώς λαδώνω
Γαβγίστε με στοιχειά της ποίησης
καθώς προσπερνώ τους μολυσμένους αιχμαλώτους
και στεγνώνω τα λεφτά που πήρα με το μεγάλο μου στόμα
οφείλω να ταΐσω ψέματα τα παιδιά μου
ίσως κόψω και το χέρι επικίνδυνα από τα γένια των παιδιών
το ίδιο χέρι που στο παρελθόν δολοφόνησε το μωρό της Ιντιφάντα
με «καλοκαιρινή βροχή»
Τώρα παίζω χτενίζοντας το Θεό
εκατομμύρια θεούς που χρειάζομαι για προστασία
Θεέ μου, είμαι πολύ κουρασμένος
γλέντησα για τα καλά ανατινάζοντας όλα τα βιβλία της Γένεσης
…………………………………..
……………………………………


#



ΗΔΟΝΙΚΗ ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

επισκέπτες όλοι μας
στα μάτια της…
Όλοι καίγονταν στο μέσον
από μια ιδιοτροπία όμορφης γυναικός
που έβαφε τα σεντόνια της χάραμα
των πόθων
Διότι έτσι μόνον οι άγκυρες
και τ’ άλλα σύνεργα του λιμανιού
αρμάτωναν καράβι και κατάρτι
Εκείνη άλλωστε
σειρές τις άγκυρες παρθένες
με τα νοήματα κινούσε
………….
Ήταν πολύ πρωί και η πόρτα χανόταν στο δρόμο
που ίσως να πονούσε, με το κλειδί γυρίζοντας
εκείνον το διεστραμμένο τρόπο
να την ερεθίσει μέρα μεσημέρι
Πονούσε και η γυναίκα ανασαίνοντας την κίνηση
ανάσαινε και κρατούσε τα περίστροφα στήθη της γεμάτα
– πόσο πείσμωνε όταν τα πλήθη σφύριζαν στο κορμί της
με ένοπλα ξερολίθαρα και κανένα αλαφρό άγγελο
Ήταν πολύ πρωί, ωστόσο τα σημάδια
στο τρίξιμο της σκάλας
Ακίνητη στο δώμα η γυναίκα
Τα στήθια δεν αντέχουν όταν ξεντύνονται να τρίζουν απειλές
Πάνω στο χέρι ενδεχόμενα –το μόλεμα στο αίμα της πονά–
κρατά την κίνηση σιγά, στο τελευταίο ενδεχόμενο
περίστροφα γελά με το τσιγάρο μαστιγώνοντας
την άδεια τους κοιλιά


#