Μ. Καραγάτσης

Μ. Καραγάτσης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1908. Ο συγγραφέας ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας, με μεγάλη διαφορά ηλικίας από τα αδέρφια του (18 χρόνια από το πρώτο και 12 από το τέταρτο). Πέρασε την παιδική του ηλικία σε διάφορες πόλεις εξ αιτίας των μετακινήσεων της οικογένειάς του: το Δημοτικό το παρακολούθησε στη Λάρισα και το Γυμνάσιο το τελείωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου τον έστειλε ο πατέρας του ως τιμωρία, επειδή είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του σε σχολικό έλεγχο. Ως πεζογράφος πρωτοεμφανίστηκε το 1927 με το διήγημα "Η κυρία Νίτσα", το οποίο πήρε μέρος στον διαγωνισμό της Νέας Εστίας και πήρε τον 3ο έπαινο. Ήταν αυτοβιογραφικό διήγημα, εμπνευσμένο από τον παιδικό του έρωτα για μια εικοσάχρονη δασκάλα του στο δημοτικό σχολείο στη Λάρισα. Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, το 1933. Το 1958 έπαθε ένα σοβαρό έμφραγμα, που οδήγησε στην σταδιακή αποξένωσή του από τους φιλικούς κύκλους. Συνέχισε όμως να εργάζεται και να γράφει: είχε ξεκινήσει το έργο Το 10, που θα ήταν το πρώτο μέρος μιας τετραλογίας. Δεν πρόλαβε όμως να το ολοκληρώσει: στις 13 Σεπτεμβρίου 1960 έπαθε έμφραγμα και λίγες ώρες μετά, τα ξημερώματα της 14ης Σεπτεμβρίου, πέθανε στην καλύτερη ίσως περίοδο της συγγραφικής ζωής του, έχοντας φτάσει σε σπάνια επίπεδα εκφραστικής ακρίβειας και οικονομίας. Λέγεται ότι οι τελευταίες δύο λέξεις που έγραψε ήταν «ας γελάσω».


Ο Καραγάτσης δεν είχε σε υπόληψη το πολιτικό σύστημα της χώρας και δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για τον πολιτικό κόσμο, μολονότι ανήκει στους κατ' εξοχήν κοινωνικούς πεζογράφους της χώρας μας. Τόλμησε να απεικονίσει την κοινωνία της εποχής του, διεισδύοντας στα βαθύτερα στρώματα της λίμπιντο όπως εκφραζόταν υπόγεια, απειλητική και καταπιεστική στα χρόνια που έζησε. Την ανέδειξε σε δύναμη ανώτερη και από την εξουσία και το χρήμα, δίχως να τη δαιμονοποιήσει και χωρίς να την οδηγήσει πέρα από τα όποια της όρια, όπως αδίκως τον κατηγόρησαν κάποτε. Άλλωστε η αντοχή του έργου του, και ιδιαίτερα των γνωστότερων μυθιστορημάτων του (Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, Η μεγάλη χίμαιρα και Ο κίτρινος φάκελος), δεν οφείλεται απλώς και μόνο στην αφηγηματική του ευχέρεια, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι οι κεντρικοί του χαρακτήρες αποτυπώνουν με τη δράση τους αυτό που λέμε νεότερη Ελλάδα την περίοδο κατά την οποία αρχίζει να δημιουργείται μεσαία τάξη. Αυτή η μεσαία τάξη ωστόσο υπήρξε προϊόν βαθιάς και μακρόχρονης κοινωνικής ζύμωσης μέσα στα λαϊκά στρώματα. Ως συγγραφέας ήταν παραγωγικός, πολυπράγμων, ανήσυχος και πάντοτε ευρηματικός, ακόμη και στα μέτρια έργα του. Είχε το προσόν να διακρίνει την ποιότητα και την ουσία ενστικτωδώς σχεδόν, το οποίο το διακρίνει κανείς στις θεατρικές κριτικές του, όπου σπάνια έκανε λάθος στις προβλέψεις του και μπορούσε να ξεχωρίσει τα πραγματικά ταλέντα, κάποτε προβλέποντας μάλιστα και την εξέλιξή τους, όπως συνέβη με την Έλλη Λαμπέτη. Προτού δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα, τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν, το 1933 (ο Καραγάτσης ήταν τότε μόνο 25 ετών), είχε «προπονηθεί» νωρίτερα γράφοντας πλήθος διηγήματα και, παρ' ότι ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από μυθιστορήματα, το διήγημα δεν το εγκατέλειψε ποτέ. Όπως αντίστοιχα συμβαίνει με τον Ντ. Χ. Λόρενς, δεν μπορεί κανείς να προσλάβει τον μυθιστοριογράφο Καραγάτση αγνοώντας τον διηγηματογράφο. Άλλωστε με διήγημα έγινε γνωστός στη συντεχνία των συγγραφέων και στο αναγνωστικό κοινό το 1927, την Κυρία Νίτσα, που έλαβε τον 3ο έπαινο στον διαγωνισμό της «Νέας Εστίας».
Το κύριο χαρακτηριστικό του συγγραφέα είναι η παρατηρητικότητα. «Πότε ρεαλιστής και πότε λυρικός, πότε ενδοστρεφής και πότε σατιρικός ή και ευτράπελος, αλλά πάντοτε αμοραλιστής στο βάθος, στάθηκε ένας από τους οξύτερους παρατηρητές και ελεγκτές της νεοελληνικής, αστικής ιδίως, κοινωνίας»... ο Μ. Καραγάτσης κατά τον Γ. Π. Σαββίδη. «Από ιδιοσυγκρασία φιλόκαινος και θαυμαστής κάθε προόδου, από πεποίθηση αντικομφορμιστής και πολέμιος κάθε συμβιβασμού, δέχθηκε με ενθουσιασμό κάθε νέα ιδέα -πλην του μαρξισμού, μολονότι υιοθέτησε πολλά διδάγματα του ιστορικού υλισμού- και έδωσε συχνά οξύτατες μάχες για θέματα κοινωνικού είτε πνευματικού ήθους», και πάλι, Γ. Π. Σαββίδης.
Και ο Αντρέας Καραντώνης, αποτιμώντας «πεζογράφους και πεζογραφήματα της γενιάς του 30» θα γράψει: «Τα ένστικτα του Καραγάτση είναι κατακτητικά, αρχηγικά - και, από την πλευρά αυτή, είναι ο μόνος από τους συγγραφείς μας που μας θυμίζει τη θυελλώδη κατακτητική ιδιοσυγκρασία του Μπαλζάκ. Έτσι, ο Γιούργκερμαν είναι περισσότερο μια αλληγορία παρά ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, περισσότερο μια ονειροπόληση και μια συνισταμένη επιδιώξεων παρά μια οντότητα... Ο Καραγάτσης είναι κατά την περίσταση, επικός, λυρικός, οραματικός, ηθογράφος και ψυχογράφος, κοινωνιολόγος, ιστορικός και ψυχαναλυτής, σκληρός σατιριστής με πένθιμο πάντα χιούμορ. Μόνο ανάλαφρος, μόνο χαμογελαστός, μόνο χαριτωμένος, μόνο ιωνικός δεν είναι. Βαρύς, αδρός και πρωτόγονος, χωματώδης, πυκνά γήινος, βάρβαρα αθλητικός, είναι μαζί και γεωργός και θαλασσινός...»
Κι ο Τάσος Βουρνάς, στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1960: «Τέλειος γνώστης της εσωτερικής δομής και της λειτουργίας του μυθιστορήματος, ο Καραγάτσης είναι ο γοητευτικότερος αφηγητής, ο προικισμένος μυθοπλάστης. Είχε αντιληφθεί την προσφορά των κλασικών μορφών του μυθιστορήματος και αντιστάθηκε με επιμονή στις νέες τάσεις μιας πεζογραφίας που διάλυσε το μύθο και τη φόρμα για χάρη μιας βαθύτερης, κατά τους ισχυρισμούς της, ενδοσκόπησης της ανθρώπινης αγωνίας και ενός λυρισμού που εισόρμησε στις σελίδες της από την περιοχή της ποίησης. Άνισος, αλλοπρόσαλλος, πεισματικά καρφωμένος στην ιδέα ότι η λίμπιντο αποτελεί τον άξονα της ανθρώπινης ψυχολογίας και την κινητήρια δύναμη της ιστορίας και της κοινωνίας, έδωσε κάποτε σελίδες παλλόμενες από θελκτικό νεύρο και άλλοτε αφόρητα ρηχές, σαρκάζοντας τα πάντα, περιφρονώντας τα πάντα, χωρίς να εξαιρεί -κι εδώ βρίσκεται η τιμιότητά του- ούτε τον ίδιο του τον εαυτό». Και το μεγαλείο του, θα λέγαμε. Μια ζωή «ας γελάσω!».
Ο Καραγάτσης της αμαρτίας και της αγιοσύνης.