ΜΑΡΙΑ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ - "Το βιβλίο των νεκρών - ο όγδοος ορίζοντας" (νέο βιβλίο)

Η Μαρία Ροδοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Το 1987 τελείωσε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.Απο τότε εργάζεται ως αναλύτρια – προγραμματίστρια εμπορικών Επιχειρήσεων .
Είναι λάτρης της θεατρικής ποίησης και της σκοτεινής πλευράς των παρασκηνιακών δρώμενων. Αγαπημένος της συγγραφέας ο Σοφοκλής.


Διατηρεί δύο ιστοσελίδες η μία με σκοτεινή και ενίοτε θεατρική ποίηση Dark Virtual Poetry (
http://darkvirtualpoetry.blogspot.com/) και η άλλη με ερωτική κυρίως ποίηση Beyond Stars (http://starslagoon.blogspot.com/)

Το 2007 απο τις Εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές» κυκλοφορεί το βιβλίο δραματοποιημένης σκοτεινής ποίησης «Dark Perfomances» με συμμετοχή του Νίκου Περάκη και της Βάγγης Χατζησταμάτη.

Το Δεκέμβριο του 2007 συμμετέχει στην Ανθολογία διαδικτυακής Ποίησης και λογοτεχνίας «Εικονική Λογοτεχνία και www.ποίηση.gr» Των εκδόσεων «Συμπαντικών Διαδρομών»

Τον Ιούνιο του 2008 εκδίδεται απο τον Αρμό η ποιητική ερωτική συλλογή «Προ-αιρετικά και Ατημέλητα» με συνδημιουργό της τον Τάκη Τσαντήλα.

Τον Οκτώβριο του 2008 εκδίδεται από τις Εκδόσεις "Συμπαντικές Διαδρομές" το βιβλίο της με πρόζα και ποίηση "Το βιβλίο των νεκρών - Ο όγδοος ορίζοντας".

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Συμπαντικές Διαδρομές» και στο περιοδικό «Ρωγμές».

Έργα της υπάρχουν και στη σελίδα: http://crazygreekpoets1.pblogs.gr/



Η Μύριαμ, ως σύγχρονη Αλίκη,
πέφτει κατά λάθος στη Χώρα των Νεκρών.
Πρέπει μόνη της να διασχίσει τον Τόπο των Γκρίζων
για να βρει την Πύλη που οδηγεί πίσω στη Ζωή.
Στην αγωνιώδη αναζήτησή της συναντά
πολλούς που θα δεχτούν να γράψουν στο βιβλίο της
Ένα κοράκι μεταμφιεσμένο σε σκιάχτρο,
τον παιδικό της έρωτα, πωλητές του Τίποτα,
μια τυφλή γυναίκα που της κλέβει τα μάτια
και ένα κορίτσι που θέλει στ’ αλήθεια να πεθάνει!
Έως ότου της αποκαλύπτεται το μυστικό του όγδοου ορίζοντα
Πρόλογος

Είναι πάντα αυτή η θλίψη
δεμένη στο κορμί μου,
το ναυάγιο μιας ανάσας
που ίσως πρόφτασε να τελειώσει
ή φυλακίστηκε απο χέρι αόρατο
είναι πάντα αυτή η θλίψη
που με κάνει και κρύβομαι απο το δάκρυ σας,
όσα και αν μου πείτε ,
για οσα και αν θρηνήσετε
πάντα θα κρύβομαι σε μια άτιτλη ανάσα
είναι πάντα αυτή η θλίψη,
πλεγμένη στα δίχτυα του ανέμου
με ταξιδεύει πέρα απο τους 4 ορίζοντες,
είναι η ζωή στο θάνατο κρυμμένη
μα στο γέλιο σας ασχημάτιστη σκιά διαβαίνει
Το Σκιάχτρο
Το σκιάχτρο διέσχιζε το χωράφι με ένα κόκκινο δρεπάνι συνομιλώντας
με το κοράκι που σκίαζε το μέτωπό του.
Το αχόρταγο πουλί τσιμπολογούσε
τα πράσινα μάτια του και γουργούριζε σα χορτασμένη γάτα.
«Αλλά ξέρετε , είπε θλιμμένος, δεν είμαι σκιάχτρο.
Απο τότε που πέθανα, σκέφτηκα
αντί να τρώνε τα βρέφη που σπέρνω
να τους δίνω τη σιτεμένη σάρκα μου.»
«Για να μη ξυπνάνε οι φωνές,κυρία»
ψιθύρισε τρομαγμένος.
«Πρέπει να ομολογήσω πως και εμένα
συνέχεια μου προσφέρουν τη θέση σου»
απάντησα σκεφτική και χάιδεψα τα μεταξωτά φτερά του.
«Όμως έσπασε η αξίνα μου
και δεν μπορώ έμβρυα να φυτεύω.
Βέβαια, δεν κατηγορώ το παρελθόν
που με στοργή μου φέρθηκε όταν κρεμάστηκα .
Όμως παραπονιέμαι γιατί ακόμα σε κείνο το άπληστο δέντρο
αιωρούμαι σαν χαλασμένο εκκρεμές.
Το άθλιο συνέχεια νεκρούς ανθίζει
κι ας το ποτίζω τόσα χρόνια.
Εκείνο το βιβλίο φταίει,κυρία.
Αυτό που ξεχάσατε να υπογράψετε.
Κι εμένα , ξέρετε, μου είχε τελειώσει το μελάνι.
Είχα γράψει ενα μεγάλο γράμμα στο Θεό
μα αυτός μου έστειλε δώρο μια ρεντικότα
και αυτό το κόκκινο δρεπάνι.
Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ που έφυγα βιαστικός
πάνω σε μια καρέκλα."
Το αγέννητο παιδί
Δεν μπορείς να κοιμηθείς σ’αυτή τη χώρα
Ποτέ δεν νυχτώνει
Δεν μπορείς να ξυπνήσεις σ’αυτή τη χώρα
Ποτέ δεν ξημερώνει
Δεν υπάρχει ουρανός καρφιτσωμένος
σε τούτο το άπειρο
Η μοναξιά του κενού
με έκανε και στάθηκα καταμεσής στο Πουθενά.
Κοίταξα τριγύρω μου.
Ένας αθόρυβος άνεμος
σάρωνε θάμνους ξεριζωμένους
και έπαιζε με μια καφετιά σκόνη
βρωμίζοντας κι άλλο τ’αχτένιστα μαλλιά μου.
Μα τι χαζή που είμαι, μονολόγησα. Έφυγα
χωρίς ούτε μια χτένα ούτε ενα καθρέφτη.
Εκείνη τη στιγμή ένα περίεργο πλάσμα
κάθησε στον ώμο μου.
Κόκκινα φτερά φύτρωναν
στην αποστεωμένη πλάτη του.
Το κρανίο του ήταν γυμνό και έμοιαζε
σα λευκή ζελατίνα.
Ο παλλόμενος εγκέφαλός του
φαινόταν ξεκάθαρα απο μέσα .
«Να ένας μικρός άσπρος φάρος»
σκέφτηκα άθελα μου.
Κοιταχτήκαμε για λίγο αμίλητοι.
Όταν μίλησε η φωνή του ήταν τόσο μελωδική
που χωρίς να το θέλω δάκρυσα.
«είσαι νεοφερμένη εδώ,έτσι δεν είναι; ”
Είπε και έπιασε προσεχτικά δυο δάκρυα
πίνοντας τα λαίμαργα….
#