ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΛΕΪΜΟΝΗΣ - "Το χαμένο ταίρι"

Ο Διονύσης Λεϊμονής γεννήθηκε σε μια κωμόπολη τη Αιτωλοακαρνανίας, το Αιτωλικό, το 1969. Από πολύ νωρίς στράφηκε στη συγγραφή παιδικών και νεανικών ιστοριών. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Ιωαννίνων. Σήμερα ζει στη Νέα Ιωνία Βόλου, είναι παντρεμένος πατέρας τεσσάρων παιδιών και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ παράλληλα ασχολείται με την αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά καθώς και με τη συγγραφή λογοτεχνικών έργων.

Τον Ιανουάριο του 2005 το διήγημά του "Ζωή απ’ τα χαλάσματα" απέσπασε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο διαγωνισμό λογοτεχνίας του Φυσιολατρικού Συνδέσμου Πατρών.

"Η Κολυμβήθρα του Σιλωάμ" είναι η πρώτη εκδοτική του προσπάθεια,(έκδοση της Πανελλήνιας ΄Ενωσης Συνεργασίας Νέων λογοτεχνών) και μετέπειτα επανέκδοση από τον εκδοτικό οίκο «Παππάς»,

Τον Απρίλιο του 2009 κυκλοφόρησε από την Τράπεζα Κύπρου το εφηβικό του μυθιστόρημα «Το μυστικό της Δαγκάνας» το οποίο βραβεύτηκε από τον Κυπριακό Σύνδεσμο παιδικού βιβλίου με αθλοθέτη την Τράπεζα.
Την ίδια εποχή κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ακρίτας» το μυθιστόρημά του «Το χαμένο ταίρι» που αναφέρεται στα γεγονότα της Μικρασίας.
Αρθρογραφεί στο περιοδικό Ραπόρτο στην Ζάκυνθο, στην εφημερίδα τα Νέα του Αιτωλικού του Αιτωλικού Μεσολογγίου, την εφημερίδα Θεσσαλία στο Βόλο.


Έχει δημοσιεύσει άρθρα του σε δικτυακούς τόπους όπως:
http://www.sarantakos.com/kibwtos/leimonhs.html Στην ανθολογία συγγραφέων του Νίκου Σαραντάκου
http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=864 Στην ανθολογία συγγραφέων Περί γραφής
http://durabond.ca/gdouridas/poetry.html#leimonis Στην ανθολογία συγγραφέων του Κώστα Δουρίδα
http://stachtes.stratosfountoulis.com/keimena2.htm#leim Στο ηλεκτρονικό περιοδικό stachtes.gr,
http://www.lexima.gr/lxm/read-624.html Στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΛΕΞΗΜΑ
http://etoliko.gr/
http://www.booksinfo.gr/literature/kolimvithra/index.html
http://mantinadeskaipeza.blogspot.com/2008/06/2003.html
http://www.kivernologotexnia.com/modules.php?name=News&file=categories&op=newindex&catid=15 Kivernologotexnia.com,
http://pnevma.gr/
anemologio.gr.

Ηλεκτρονική δ/νση για επικοινωνία Email:
leimont@gmail.com

Εχει λάβει επίσης διακρίσεις για διηγήματα αλλά και ποιήματά του:

1ο βραβείο στον Γ΄ Διαγωνισμό Διηγήματος και Ποίησης του Φυσιολατρικού Συνδέσμου Πατρών κατά το έτος 2004 με το έργο «Ζωή απ’ τα χαλάσματα»
Τιμητικό δίπλωμα από την Πανελλήνια ΄Ενωση Λογοτεχνών κατά τη διάρκεια των 21ων λογοτεχνικών αγώνων Δελφών το 2006 με το ποίημα «Οι ναυαγοί»
Το ωδείο Φουντούλη απένειμε τιμητικό έπαινο για στίχους προς μελοποίηση στον 1ο Πανελλήνιο διαγωνισμό στιχουργικής
3ο βραβείο στον Δ΄Πανελλήνιο διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος που διοργάνωσε ο Φυσιολατρικός Σύνδεσμος Πατρών για το ποίημα «Ωδή στην Πόλη»
΄Επαινο από το Σύλλογο Λόγου-Τέχνης και Ελληνικού πολιτισμού της Βαυαρίας κατά τον 4ο διαγωνισμό με θέμα «Ελλάδα, χώρα του φωτός» για το ποίημα «Θριαμβική πορεία»
3ο βραβείο στον Διαγωνισμό Ποίησε, ΄Αρθρου, δοκιμίου που διοργάνωσε το περιοδικό ΚΕΛΑΙΝΩ και ο όμιλος Ζαλώνη για το 2006 με θέμα «ΑΙΓΑΙΟ» στην κατηγορία «Ποιήματα σχετικά με τη θάλασσα» με το ποίημα «Θαλασσόδαρτο πάθος»
3ο βραβείο στα Σικελιανά 2006 π[ου διοργάνωσε το «Καφενείο των Ιδεών» στην κατηγορία «διήγημα» με το έργο: «Ο φτερωτός διάβολος»
Βράβευση του μυθιστορήματος «Η Κολυμβήθρα του Σιλωάμ» από το λογοτεχνικό περιοδικό «Κελαινώ» και τον εκδοτικό οργανισμό «Ξάστερον»(Μάρτης 2007)
2ο Βραβείο από τον Ελληνοαυστραλιανό σύλλογο για το ποίημά του «Αποκεχωρηκότες και μη» Νοέμβρης 2007
΄Επαινο από την Πανελλήνια ΄Eνωση Λογοτεχνών το Δεκέμβρη του 2007 για τη νουβέλα του «Στα αλώνια της αγάπης»
2ο Βραβείο από την Πανελλήνια ΄Ενωση Λογοτεχνών το Δεκέμβρη του 2007 για το παραμύθι του: «Θάμα κι αντίθαμα»
Βραβείο από τον Κυπριακό σύνδεσμο παιδικού βιβλίου για το μυθιστόρημα «Το μυστικό της Δαγκάνας»
1ο βραβείο από τον Ε.ΣΠΑΙ.ΡΟ Σερρών για το ποίημά του «Ανθρώπινος Τύμβος»







Το Σπίτι της Μικρασίας


Δεν ήταν έτσι πάντα ανήμπορη και μαζεμένη η γιαγιά. Κάποτε υπήρξε κι αυτή μια νέα και δροσερή γυναίκα. Αν δεν υπήρχαν και οι ελάχιστες φωτογραφίες ως αποδεικτικά στοιχεία, αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να γίνει πιστευτή τούτη η εκδοχή του μύθου. Λιγόσωμη, μα ωραία σαν την ΄Ανοιξη ήταν κάποτε η κυρτωμένη βάβω μου μια φορά κι έναν καιρό. Οι ρυτίδες δε χάραζαν πάντα αμείλικτα το πρόσωπό της. Το καλύβι της αυτό δεν ήταν πάντοτε το σπιτικό της. Υπήρξε εποχή που ζούσε σ’ ένα σπίτι μεγάλο, απλό κι ευρύχωρο με μεγάλη σάλα, φωτεινά δωμάτια σπαρμένο σε πολύχρωμο περιβόλι. ΄Ενα δίπατο σπίτι είχε στεγάσει τα πρώτα της όνειρα για μια ωραία ζωή με την ευλογία του θεού. Τα σκεπαστά μπαλκόνια στην πρόσοψή του ήτα πνιγμένα στα λουλούδια και τα μεγάλα παράθυρα άφηναν το φως και τους αέρηδες να κατακτούν καθημερινά κάθε γωνιά του απλοϊκού όγκου του. Κάτω το υπόγειο έσφυζε πλημμυρισμένο από τρόφιμα, φρούτα και τα βαρέλια ξεχείλιζαν απ’ το νιόβγαλτο κρασί, το ντόπιο ξανθό λάδι και το κατσικίσιο τυρί. Πάνω τα δωμάτια για την οικογένεια έδειχναν την αρχοντιά τους στρωμένα με τσεβρέδες. Οι μεσάντρες έχασκαν φουλαρισμένες από χράμια, τσελτέδες και μεταξωτά, προίκα απ’ τα γονικά της. Αυτά κι άλλα τόσα θα τα έδινε στα δικά της παιδιά αν όλα πήγαιναν κατά το θέλημα του θεού. Στα παράθυρα έπεφταν καμαρωτά τα κεντητά κουρτινάκια κόντρα στο ζεστό ήλιο της Ανατολής, παιχνιδάκι του αέρα που λίκνιζε την καλοδουλεμένη τους ύφανση. Κι οι βασιλικοί να ομορφαίνουν τα περβάζια σκορπώντας άρωμα μεθυστικό. Από κάτω κείτονταν μια χωμάτινη αυλή, σπαρμένη εδώ κι εκεί με μπόλικα γεράνια σε μια μοναδική χρωματική ποικιλία. Τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα αυγάτιζαν την ευωδιά που εύρισκε διέξοδο σ’ όλο το μαχαλά. ---Μάς λίγωσες, κυρά Δέσποινα, με τις μυρουδιές τ’ Απρίλη, τής φώναζαν οι γείτονες και χαμογέλαγε η γιαγιά και κορδωνόταν για το κατόρθωμα της ζήσης της.Πιο πέρα απλώνονταν μεγαλόπρεπα και ήρεμα κάθε λογής καρποφόρα δέντρα. Τι κυδωνιές, τι ροδιές, τι κερασιές, και παρέκει εκτείνονταν τα συκοπερίβολα. Ευλογημένη γη! Λουσμένη στο φως. Γη τραγουδισμένη απ’ το πιο γλυκό στόμα έκρυβε στα σπλάχνα της του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά! Γη που μια μέρα χάθηκε άδικα μέσα στα πιο σκοτεινά μπουντρούμια του μίσους. Κι έγινε ο Παράδεισος μια άραχλη Κόλαση γεμάτη από αναστεναγμούς και θρήνους!---Κι εμένα μού αρέσουν τα λουλούδια, γιαγιά… της είπα με νόημα.---Το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει, κόρη μου, ευτυχώς…Να ‘σουν από μια μεριά να αγνάντευες τι μπορεί να φτιάξει το ανθρώπινο το χέρι όταν δεν το σκιάζει η φοβέρα και δεν τα πλακώνει σκλαβιά…Κι άντε ξανά από την αρχή να μολογάει μπρος μου η γιαγιά με μάτια ορθάνοιχτα που οπωσδήποτε έβλεπαν τώρα πολύ πιο μακριά, έξω από την καταθλιπτική παράγκα της Ιωνίας ένα άλλο τόπο που ήταν ολότελα φτιαγμένος με την αξιοσύνη των χεριών τους:---Οι γαζίες έγλυφαν με λατρεία τον τοίχο της κρεβατοκάμαράς μας. Ο κισσός πάλι πολύ γρήγορα δε δίστασε να σκαρφαλώσει ως πάνω ψηλά και να αγκαλιάσει προστατευτικά την μπροστινή βεράντα μας. Οι τριανταφυλλιές μπουμπούκιαζαν κάθε άνοιξη κι ανέδιδαν οι ευλογημένες λες θυμίαμα στο δημιουργό τους. Τρύπωνε όμως κι αρκετό μέσα στα ανθρώπινα σωθικά. ΄Ετσι ήταν τα πλιότερα σπιτικά στον τόπο μας, κόρη μου, έτσι, αμή; Ευρύχωρα, απλά, ανοιχτά στον ήλιο και τους αέρηδες. Ανοίγαμε τα παράθυρα κι όρμαγε μέσα στα δώματά μας η μυρωδιά της χιονάτης πασχαλιάς. Κι η ψυχή μας γελούσε απ’ την ομορφιά της απλής ζωής. Ποιος δε χαμογελά στον Παράδεισο; Ποιος δεν αναγαλλιάζει σαν βρεθεί να στριφογυρίζει αμέριμνος μέσα στο περιβολάκι του ουρανού; Αρώματα και ήχοι σε ένα χαρμάνι ομόρφαιναν τη ζωή μας λίγο πριν φωνάξουμε από πόνο. Στις αυλές μας κόνευε ο ζηλιάρης ο γκιώνης, φρουρός ακοίμητος της πρωτινής ευτυχίας μας. Κάποιος θα τον λάβωσε για να μάς σπείρει τόσο κακό, Δεσποινιώ μου. Μέσα στο σπίτι μας τότες αντηχούσαν κλάματα μωρών, χάχανα, αστεία, πειράγματα. Η ζωή η ίδια! Και τα βράδια κούναγα δυο μωρά, το θείο σου τον Μπάμπη και τον πατέρα σου, τον μικρό μου το Στρατάκο μέσα σε δυο όμορφες πελεκητές κούνιες δώρο του νούνου τους. Τούς τραγουδούσα γλυκά αμέριμνη, ενώ περίμενα να ‘ρθει ο κύρη μου απ’ τα χωράφια τσακισμένος απ’ τη δουλειά, μα ποτέ κακοκαρδισμένος. Κοίταγα τα βλαστάρια μου, έγερνα το κεφάλι, τα ταχτάριζα αναπαμένη:Κοιμήσου και παρήγγειλα Στην Πόλη τα προικιά σουΣτη Βενετιά τα ρούχα σουΚαι τα διαμαντικά σου…Κάποτε ερχόταν και τα κλάματα, ίσως και λίγοι μικροκαβγάδες, μα όλα τα παράσερνε η αύρα του μικρασιάτικου δειλινού. Οι εαρινές καμπανούλες τρεμοπαίζανε ναζιάρικα στο αεράκι της καλοκαιρινής νυχτιάς κι άρχιζαν να ψάλλουν μελωδικά, σταλάζοντας βάλσαμο στην ήσυχη ατμόσφαιρα λίγο πριν ευφρανθούν τα σωθικά μας. Κανείς δεν έβαζε με το μυαλό του πως ηχούσαν προειδοποιητικά την κακή μας τη συφορά!---Μια φορά κι έναν καιρό ήμαστε κι εμείς στα σπίτια μας νοικοκυραίοι άνθρωποι και μη σου φαίνεται παράξενο. ΄Εχει ο καιρός γυρίσματα. Τι νόμιζες πως όλα κυλάνε πάντα ήρεμα; Αμ άμα ήταν έτσι, θα ήταν μια χαρά! Ξεσπάει κι η μπόρα κάποτε στα καλά καθούμενα. Μα αυτή η καταιγίδα που μάς χτύπησε δε μάς άφησε τίποτα. Μάς ρήμαξε, μάς αφάνισε.---Μένατε μαζί με τη προγιαγιά;---Ναι, θεός σχωρέσοι την. Μαζί μας έμενε η πεθερά μου, η θεια Μερσώ. ΄Ετσι την ήξερε όλος ο μαχαλάς και τη φώναζε κάθε άρρωστος να του δώσει μια χρήσιμη συμβουλή, ένα φάρμακο να περάσει ο πόνος, να κλείσουν οι πληγές. Ο πεθερός μου είχε συχωρεθεί από χρόνια. ΄Ισα που πρόλαβα να πάρω την ευχή του δυο μήνες νυφούλα. ΄Ενας πυρετός τον πέταξε στο κρεβάτι και σε μια βδομάδα μας άφησε χρόνους. Ούτε στη κηδεία του δε με άφησαν να πάω, καθώς ήμουν νιόπαντρη. Μα εγώ τον έκλαψα με την ψυχή μου μέσα στην κάμαρη τη νυφική κοιτάζοντας την Παναγιά τη βρεφοκρατούσα. ΄Ετσι η θεια Μερσώ ήρθε με δική μου απαίτηση να ζήσει κοντά μας. Τα σπίτια χωρίς τους ανθρώπους τους ερημώνουν. Όταν κουβάλησε τα πράγματά της στο σπίτι μας θάρρεψα πως θα είχα ένα χέρι σπλαχνικό κοντά μου, μια έμπειρη γυναίκα να πω ένα λόγο όσο ο παππούς βρισκόταν έξω στη δουλειά ή στο παζάρι. Την είχαμε από τότε μαζί μας ως τη μέρα που πήραμε τα μάτια μας για τη μητέρα Ελλάδα κι ούτε κουβέντα δεν αλλάξαμε. ΄Αγια γυναίκα. Να πέσει φωτιά να με κάψει αν πω πως δε με είχε πιο πάνω από πραγματική της θυγατέρα. Ας είναι ελαφρύ το χώμα της» έκανε το σταυρό της κοιτάζοντας τα εικονίσματα.Το βλέμμα της είχε λάβει μια άλλη, υπερκόσμια έκφραση. Ταξίδευε η γιαγιά. Ταξίδευε κάθε τόσο στη χαμένη ευτυχία της. Μεταφερόταν νοερά στη χαμένη της νιότη, έπαιρνε την ανάσα της κι αυτό ήταν το καλύτερο γιατρικό της. Ξαναζωντάνευαν μπροστά της πρόσωπα αγαπημένα, έστηνε ολόκληρες καταστάσεις σκληρές, πικρές μα κι όμορφες κι όλα αυτά με τη θέρμη της νοσταλγίας. Ακόμα κι όταν μιλούσε για αυτούς που μόλεψαν το σπιτικό τους ήταν φανερό πως είχε δώσει κιόλας συχώρεση στους δήμιούς της. Στην αρχή πάλεψε πολύ με φαντάσματα, δράκους και θεριά. Κάποτε όμως κατάλαβε πως δε φταίνε σε τίποτα οι μαριονέτες αν από ψηλά τους κινούν τα νήματα χαλασμένα μυαλά που διψούν για την εξουσία. ΄Αναβε κερί για τους πεθαμένους της, παρακάλαγε το θεό της και για όσους βάλθηκαν να ξεριζώσουν την πίστη τους από μέσα τους. «Απ’ το κεφάλι βρομάει το ψάρι» έλεγε συχνά κι έτσι μπόρεσε να δει τα πράγματα αλλιώς. Μεγάλη ψυχή, ζηλευτή. Θέλει στ’ αλήθεια να κρύβεις μέσα σου μεγάλη δύναμη και καλοσύνη για να μπορέσεις να σβήσεις το μίσος. Την άκουγα να μιλάει για εκείνους και λαχτάραγα να τη σφίξω στο στήθος μου. Αν δεν είναι αυτό ειρηνικός ηρωισμός, τότε τι είναι;---Πες μας, γιαγιά για τους γειτόνους σας. Πώς ήταν η σχέση σας στους καλούς καιρούς σας» την παρακάλεσε μια μέρα ο ξάδερφός μου, ο Μπάκης, ο μεγάλος γιος του Νάσου της.---Τι να σας πω και τι να σάς μολογήσω. Δε θα το πίστευε άνθρωπος πως λίγα μερόνυχτα πρωτύτερα ζούσαμε μια κοινή ζωή με τα καλά κι τα άσχημά της. Και πώς να μη ζούμε, αφού καρσί στο σπίτι μας βρίσκονταν τα υποστατικά των Τούρκων σε κακή κατάσταση, εργάτες μας υποταχτικοί. Πείναγαν οι έρμοι και παραπονιούνταν που το κράτος τους είχε πεταμένους να στενάζουν λες κι ήταν τα ζα τους κι όχι δικοί τους. Δεν τούς κακοκαρδίζαμε εμείς. Ακούγαμε τους στεναγμούς και θέλαμε να τους δώσουμε ένα χέρι βοήθειας να μην πεθάνουν της πείνας. «Ο θεός κι ο γείτονας» λέγαμε και παντοίο τρόπο κάναμε να τους δώσουμε κουράγιο. Είχαμε ζυμώσει τη ζωή μας αντάμα. Μας φαινόταν κομμάτι από τη δική μας ζωή. Σαν εχθρούς δεν τούς είδαμε ποτέ. Ακούγαμε πως οι Τούρκοι μοχθούν να μάς ξεσπιτώσουν, μα το μυαλό μας δεν το ‘βανε πως θα ‘φθαναν τα πράγματα εκεί που φθάσανε μια μέρα. Ζούσαμε ούλοι αγαπημένοι σαν αδέρφια. Δεν είχαμε τίποτις να μοιράσουμε. Απ’ το περίσσευμά μας βγάνανε το μερτικό τους. Κι απ’ το υστέρημά μας πάλε θα τούς δίναμε. Αφήνεις τον αδερφό σου να πεινάει, τον παρατάς να τυραγνιέται; ΄Ημασταν ένα σε μια αυλή. Ανθρώποι πονεμένοι ήτανε και του λόγου τους κι εμείς ανησυχάγαμε μη μάς πετάξουν οι «από πάνω» μας σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι. Κοινός ο καημός. ΄Ιδιος ο πόνος. ΄Ετσι ο ένας βοήθαγε τον άλλο. Σ’κώναμε το κεφάλι ψηλά, τηράγαμε το θεό, φωνάζανε τον Αλλάχ αυτούνοι κι ο χρόνος κύλαγε ποτάμι φουσκωμένο εναντιά μας.---Καλημέρα, αρκαντάσηδες»(=φίλοι) τούς λέαμε κάθε πρωί που ανέβαινε ψηλά ο ήλιος να αναθαρρήσουνε οι μαύροι.---Καλή μέρα, τζάνε’ μ» μάς απαντούσαν κι αυτοί και ζεσταίνονταν οι καρδούλες μας μέσα σε τόση παγωνιά.


# # #