ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ - "Η ανοσία της άγνοιας"

Ο Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος και υποψήφιος διδάκτορας στον τομέα της Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε μουσικά περιοδικά (Δίφωνο, Όασις κ.α).

Είναι συνεκδότης της διαδικτυακής Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης «Ποιείν», www.poiein.gr και μέλος της ομάδας ανάπτυξης του διαδικτυακού μουσικού περιοδικού «www.musicheaven.gr».

Ποιήματα και κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Καλειδοσκόπιο», «Πλανόδιον», «Οδός Πανός», «Osiris» (USA), «HQ-Poetry Magazine» (England), στην ποιητική Ανθολογία του 25ου Συμποσίου Πάτρας, και στα διαδικτυακά περιοδικά και πύλες http://www.e-poema.eu/, http://www.anemologio.gr/, http://stachtes.stratosfountoulis.com/, http://www.e-missos.gr/


Το Δεκέμβριο του 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Η ανοσία της άγνοιας» από τις εκδόσεις Οδός Πανός.






Ποιήματα από το βιβλίο «Η ανοσία της άγνοιας»


Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει

Στον Μανόλη Αναγνωστάκη
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι θάβω στο χώμα κάλυκες
από σφαίρες
που η ζωή ανάλωσε στη μάχη με το χρόνο,
από άνθη
που ο χρόνος προσέφερε, σημάδι αγάπης, στη ζωή.
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
οτι στα σπλάχνα μιας γυναίκας
κάπου στον κόσμο,
κυοφορείται ένα έμβρυο
που θα γίνει
η αυριανή λέξη,
η αυριανή σιωπή.
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι ο κόσμος θα συνεχίζει
να ερωτεύεται,
να ονειρεύεται
και να θρηνεί,
ασφαλής
ότι κάποιος άλλος πέθανε στη θέση του,
ότι κάποιος άλλος έζησε γι’ αυτόν.


#


Ποιος μας λυπάται;

Εκείνες οι λέξεις
που πέσανε στο χαρτί
-ρινίσματα από σκέψεις-
ποιος τις θυμάται;
Κι εκείνα τα χρόνια
που μπήκαν στη ζωή μας
-λαθρομετανάστες σε φορτηγό-
ποιος τα χρεώθηκε;
Τώρα που μιλάμε
με φιμωμένη την πένα
και οι μέρες κρατούν το διαβατήριό μας
μέσα στα δόντια
-λεία από άγριο κυνήγι-
ποιος μας λυπάται;



#


Νεκρικές φωνές

Άκουσα
τους πρώτους μου νεκρούς
να μου φωνάζουν:
«Σκάψε τη θάλασσα
όργωσε τον άνεμο
άντλησε τη γη»
Άσ’ τους, είπα.
Θα ’ναι οι παρενέργειες της Αγρύπνιας.
«Τρύγησε τον ήλιο
σκάλισε τα φύλλα
μύρισε την πέτρα»
Συνέχισαν εκείνοι.
Άσ’ τους, σκέφτηκα
Θα ’ναι τα παραμιλητά της Σιωπής.
«Φίλησε τον λύκο
πρόδωσε το πρόβατο
ξεγέλασε το γύπα»
Επέμεναν αυτοί.
Μα επέμενα και εγώ.
Αυτοί νεκροί.
Εγώ εδώ.
Τα ίδια λάθη για να κάνω.



#


Ένα κορίτσι χαμένο στις μνήμες

Ένα κορίτσι χαμένο στις μνήμες
Επέστρεψε μια νύχτα ακροπατώντας
Την δέχτηκαν στο πάτωμα οι σανίδες
Χωρίς ούτε ένα τρίξιμο, σιωπώντας
Μπήκε στο σπίτι μέσα απ’ το φεγγίτη
Κόρη στερνή της λήθης και του ονείρου
Το δέρμα τρύπησε βαθιά με το νύχι
Κι έσταξε αίμα ως την πόρτα του κήπου
Την κύκλωσαν τα δυο σκυλιά στην πύλη
Την μύρισαν σαν πρόσωπο δικό τους
Αυτή τους χάιδεψε τη ράχη σαν μια φίλη
Και πρώτη χάθηκε πριν το φευγιό τους.



#


Πουθενά εσύ

Παντού λέξεις, νοήματα, σκέψεις.
Σαν σκοτωμένα ζωύφια σε τζάμι.
Μυαλό κλειστό
κηλιδωμένο από το αίμα.
Παντού λέξεις, νοήματα, σκέψεις.
Πουθενά εσύ.
Έστω στο αίμα.



#