ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΡΑΒΑΚΗΣ - "Εναέριες Ρίζες"

Ο Κώστας Μπραβάκης γεννήθηκε το 1962. Είναι συνθέτης, μουσικός παραγωγός, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών. Ζει στη Θεσσαλονίκη.
Μουσική και τραγούδια του έχουν κυκλοφορήσει σε πολλούς δίσκους, ενώ έχουν εκδοθεί το μυθιστόρημα “pianissimo” εκδ. Μπαρμπουνάκη και η ποιητική συλλογή “εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδές κι εφτά πικρά τραγούδια”, εκδ. Πανοπτικόν.
Το Φεβρουάριο του 2010 θα κυκλοφορήσει η δεύτερη συλλογή ποημάτων του με τίτλο “Εναέριες Ρίζες” εκδ. Πανοπτικόν”

Ιστοσελίδα που διατηρεί:
www.conbra.blogspot.com

Συνέντευξη στο MusicHeaven:





Από την ενότητα “Της Πέτρας και του Αγριόχοιρου”

Karajahal


Όσο ξεμακραίνω μ' ακολουθείς πιστό ελάφι
Θα σου μιλήσω για τον καιρό του παράδεισου
και συ θα κλαις
Πλατειάζουν μέσα μου τα νερά και χύνονται
ποτάμια κοκκινόχρωμα
λαχταρίζουν το σβανά οι κορφές
σπυρί-σπυρί ν' αναστηθεί ο καρπός
και στα μισά της νύχτας κάτι παλιοί φαντάροι αναστενάζουν
Για σένα μαύρο ελάφι θ' ανοίξω απόψε
ένα μπουκάλι θάνατο
Και ξεκινάει τη μοιρασιά ο χρόνος
αυτός ο μέγας κλέφτης
ανοίγουν γινωμένα τα θυμητάρια
σιγοπίνω τον πικρό καιρό και χάνω στο μέτρημα
τις λεμονιές με τ' άγουρα φιλιά
τις κερασιές της λυπημένης Παρασκευής
ένα κοντάρι μαύρες σημαίες
το μερτικό μου ένα φλασκί νερό
που μάζεψα απ' τα κληματόφυλλα
μουγκανίζουν οι δαμάλες στη θέα του αγριόχοιρου
κατηφορίζουν κουτρουβαλώντας απ' το λόφο
μπήκε Νοέμβρης κι έπιασε μπούζι
και κοκκίνισαν τα μάγουλά σου
παράτησε ο τελάλης το καμπάνι
και ξάπλωσε βαθιά στο χώμα
κι όπως σηκώθηκε βοριάς
ως τα πάνω τον σκέπασαν φθινόπωρα φύλλα
Μην ξαγρυπνάς μαζί μου
στο λέω, δε βιάζεται ο θάνατος
έφτασαν ως εδώ οι χαιρετισμοί
ανάμεσα απ' τους θάμνους και τα φυλλώματα
έσκυψα και φίλησα το χέρι της μητέρας
που με περίμενε μ' όλα της τα μανουάλια αναμμένα
μα δεν υπήρχε ούτε καμπάνα ούτε σκοινί
ούτε προσόψιο κρεμασμένο στη βρύση
γεύση από βρασμένο σιτάρι
κι αλμυρή βροχή στ' ακροχείλι
έγειρε ο τοίχος κι έπεσαν οι σοβάδες
φάνηκαν οι ρωγμές της μνήμης
λαφιάτες και γκουγκουστέρες
οι συγκάτοικοι εντός μου
Βλέπεις έμαθα να διαβάζω τ' άστρα
να μη με πιάνει πια το φουσκονέρι
κι άλλα πολλά που καταφέρνουν οι άνθρωποι
μα 'κείνο που έρχεται από πού;
εκείνο που δε βλέπω μα τ' ακούω
εκείνο το σκουπιδάκι στο βλέφαρο του κόσμου
ακόμα ψάχνω για ένα πέρασμα
κι όλο επιστρέφω γεμάτος αλληλούια και ψέματα
Θα κουράστηκες μικρό ελάφι
σε τόσες ερημιές να περπατάς
στο βάθος μια πομπή θα είναι
ή πανηγύρι με τόσα φώτα και άσματα θορυβώδη
που ολοένα απομακρύνεται
κι αφήνει πίσω αγάλματα θυμητικά
ερείπια κομμάτια
Λίγο ακόμα, ένα λεπτό
αυτός ο χρόνος ο σπαγκοραμμένος
τράβηξε την κουρτίνα
ίσα που άγγιζα τα φύλλα της μουριάς



#



Καβάκντερε

Πάνε κι έρχονται οι αλωνίστρες με ράμφος αχόρταγο
με πύρωσαν τα κίτρινα κύματα κι η ζέστα της μηχανής
κάπου εδώ περπάτησα ή πέταξα μονόφτερο
πάνω στα καραγάτσια που απ' τα κλαδιά τους κρέμονταν
αιώρες κι άσπρα ρούχα της Λαμπρής
Κάπου εδώ ανέβηκε ένα βράδυ ως τα χείλη το φεγγάρι
ανάπνευσαν τα κυπαρίσσια και στάθηκε στα πόδια
η κληματαριά
όλη νύχτα μάζευα τα ξέφτια απ' το φουστάνι της
τ' αγκάθια τρύπησαν τις ρώγες
κι έρεε ο μούστος ως το πρωί
Λίγο πιο πάνω τ' ασπροσέντονα σε διάταξη μνήμης
ένα καλάθι κόκκινα αυγά και κοιμητήρια
δίπλα δίπλα οι γειτόνισσες χώμα μαλακό
στρώνουν τη γλώσσα και δεν προφταίνουν
Καβάκι το καβάκι απομακρύνεται ο νους
από μακριά ανάβει η καλαμιά
τη νύχτα το ποτάμι δεν κοιμάται
στις βδέλλες και τους γυρίνους
διαβάζει τους καταραμένους στίχους
ψιθυριστά να μην ακούσει ο αγροφύλακας


#


Από τη ενότητα “Εναέριες Ρίζες”

Ροδακινόκηπος

Γράφω απ' ευθείας στο δέρμα του ήλιου
να μη μείνει άκαφτη ούτε μύτη μολυβιού
ούτε μια προσωδία
απ' το τραγούδι που όλη νύχτα έπλεε ανερμάτιστο
Γράφω στο χιόνι χιονοστιβάδες λέξεις
να μη σε δουν από ψηλά οι πελαργοί και σε προδώσουν
γράφω στο σώμα σου μ' ένα πενάκι
από 'κείνα που αμέσως λησμονούν
μη σε ρωτήσουν πού κλείδωσες το μυστικό
κι ανοίξεις τον κήπο με τις ροδακινιές
Γράφω γιατί δεν ξέρω να μιλώ με ανεμώνες
ούτε με 'κείνα τα νυχτολούλουδα που φυτρώνουν στον κόρφο σου
γράφω χωρίς αναπνοή
ώσπου να ξεχειλίσει το ποτάμι
και πάρει μαζί του όλες τις κίτρινες φωτογραφίες
από ένα πριν που έχασε το πρωινό λεωφορείο


#


Ιόνια νύχτα


Ιονίζει στ’ αλήθεια το νερό
Έπεσε βαριά η παλάμη στο αρχιπέλαγος
Αναδύθηκαν πορτοκαλιές και φύλλα αγιοσύνης
Μ’ ένα πανάκι αρχίζει ο μύθος κι αλαργεύει
Οι ώρες οι παλιές μετρούν τα χρεωστούμενα
Κρατήθηκα από ένα ζυμαράκι μισοκαμμένο
Εύγευστο παλαιών Πατρών
Μετράει τα δάχτυλά του ο καιρός
Όσα δεν πρόφτασε η φωτιά και τ΄ άλλα από μάρμαρο
Και κάτι ήρωες μπαρουτοκαπνισμένοι
Στην πρώτη σελίδα αντιγραφής
Δεν μπορώ να δω την Αγγελική που αιωρείται
Ούτε των Eυαγγέλων τις καταβυθίσεις
Φέτος δε με περίμενε με το τετράδιο ανοιχτό
Η μεγάλη άσφαλτος


#