ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ - "MENDIZABAL"

Ο Απόστολος Θηβαίος γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Κατάγεται από το Βραχάτι Κορινθίας. Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ξεκινά πριν από δέκα χρόνια με τη συγγραφή πρωτότυπων ιστοριών για τον τοπικό τύπο του χωριού καταγωγής του. Στα χρόνια που ακολουθούν η συγγραφική του δράση περιορίστηκε σε πρωτότυπα κείμενα, καθώς και την απόπειρα μετάφρασης αγγλικών μυθιστορημάτων, που ακόμα παραμένουν στο συρτάρι του. Το 2007 ξεκίνησε την ενεργή συμμετοχή του στα εκδοτικά δρώμενα, διεκδικώντας μερίδιο στο προσωπικό του όνειρο, που δεν είναι άλλο από την επικοινωνία με τους ανθρώπους μέσα από λέξεις και εικόνες.

Ο Απόστολος Θηβαίος, σπούδασε στην Αθήνα, στο τμήμα Λογιστικής του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πειραιά. Παράλληλα τελειοποίησε τις γνώσεις του στην αγγλική και γαλλική γλώσσα, αποκτώντας άδεια διδασκαλίας και στις δύο. Επίσης, ασχολήθηκε με το κλασσικό πιάνο και την κιθάρα, παρακολουθώντας παράλληλα θεωρητικά μαθήματα αρμονίας και σύνθεσης. Οι σπουδές του συνεχίζονται σε προσωπικό πλέον επίπεδο, καθώς δηλώνει ισόβιος σπουδαστής της ποίησης και της λογοτεχνίας.

Εργογραφία

2008, εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, «Νόμισμα στην Όχθη», νουβέλα.
2009, εκδόσεις Μιχάλης Σιδέρης, «Πολύχρωμο Θάρρος», παιδικό, θεατρικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους.
2010, εκδόσεις Μιχάλης Σιδέρης, «Mendizabal», μυθιστόρημα.
Υπό έκδοση βρίσκεται η πρώτη, ποιητική συλλογή του από τις εκδόσεις Χάρη Πάτση.

Συμμετοχές σε Ανθολογίες

«Ανθολογία νέων ποιητών» από τις εκδόσεις Σίλφιον, 2010.
Συμμετοχή στην ανθολογία «Βιβλιόφιλων Έδεσσας», 2009.
Συμμετοχή στο «Αλμανάκ 2009» της ομάδας «Ποιείν», 2010/
Συμμετοχή με πεζά και ποιήματα στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση.
Συμμετοχή στην ετήσια ανθολογία της «Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς», 2009, των εκδόσεων Μαυρίδη.

Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Σκέψη», στο περιοδικό «Πνοές Λόγου», στο μουσικό περιοδικό «Moody».
Επίσης καταχωρήσεις του υπάρχουν στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Λέξημα», στην ιστοσελίδα του περιοδικού «Asante», στο δικτυακό χώρο της ομάδας «Ποιείν» καθώς επίσης και στην ιστοσελίδα
www.booksinfo.gr.

Ο Απόστολος Θηβαίος συμμετείχε και συμμετέχει σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, που εξασφαλίζουν ένα δημιουργικό κίνητρο για τη συγγραφή. Συγκεκριμένα, με επιτυχία συμμετείχε στο διαγωνισμό των «Βιβλιόφιλων Έδεσσας», αποσπώντας έπαινο συμμετοχής. Απέσπασε το Γ΄ Βραβείο στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της ομάδας «Ιδεόπνοον», το Βραβείο του «Κελαινώ», στην κατηγορία νουβέλας, καθώς και το Γ΄Βραβείο στο Διαγωνισμό Ποίησης του Δήμου Χορτιάτη.

Το θέατρο και η λογοτεχνία συνιστούν τους βασικούς τομείς συγγραφής, καθώς και οι δύο αυτοί χώροι αποτελούν ιδανικό έδαφος για την ποιητική λειτουργία, την οποία και αντιλαμβάνεται ως πρωταρχικό στόχο κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας.



{…Καφέ Καντάτε και δαιδαλώδη καλντερίμια στα αστικά λιακωτά της Τριάνα. Το αθίγγανο , παθιασμένο κάλεσμα της ζωής ακούγεται πανίσχυρο, καθώς ξεπηδάει καθάριο από τις συρμάτινες χορδές της ξεκούρδιστης κιθάρας. Από την Ανδαλουσία του Θερβάντες τη Γρανάδα και τη Σάντα Φε μέχρι την παλιά πόλη της Βαρκελώνης και το έρημο Αϊνέλιε του Γιαμαθάρες , στενάζουν ξεθωριασμένες οι πολεμοχαρείς κραυγές των μέθυσων Μαυριτανών και των μανιασμένων πειρατών που ασέλγησαν για χρόνια στο θηλυκό κορμί της Ισπανίας. Με ένα χορό αέρινο , γυναικείο λικνίζεται η ισπανική, θαλασσοβρεγμένη γη και το κουφάρι της όλο νιότη και σοφία στέκει στο πάλκο της γης, υποταγμένο στους φλογισμένους στίχους του φλαμένγκο. Στο παλιό καπνεργοστάσιο, εκεί που στυλώθηκε η ερωτεύσιμη μούσα του Μπιζέ , κρατεί καλά ο ακούραστος χορός που θρέφει , θερριέυει παντοτινά την ξαναμμένη καρδιά. Το ήλεχτρο που παραδέρνει ολάκερο το διάκαμο του νότου απαντά την οργισμένη , βασκωνική κοινωνία. Στην κορυφή του Σαμπροπουέρτο , μακριά από τα πικρά, ολομόναχα φώτα των πόλεων, η νύχτα στάζει καθάρια και ολάνθιστο στέκι το απαράμιλλο περιβόλι του ουρανού. Πυκνές σκιές σαρώνουν σαν πυρρή θλίψη τα βουνά και το αστέρι του πρωινού , στραφταλίζει σαν τις τρέμουσες του αποσκόταδου , θολό και κουρασμένο, αποκαμωμένο από την προσπάθεια να πιαστεί από τους ρόχους και τους πολυκαιρισμένους σωρούς των σβησμένων πόλεων. Ανάμεσα στα χαμόσπιτα , κυλούν θύμησες ποτάμια , μουσκεμένες από τα κρυστάλλινα νερά που διατρέχουν μονότονα το βορρά. Σε τούτοι τη γη κατοικούν κάτι αλλιώτικοι ιππότες , ντυμένοι με την άφραστη ελπίδα του θανάτου και εκείνη την ακάματη ελπίδα που νοτίζει τα λάβαρα και τους βρυοσκέπαστους τοίχους. Στην επαρχία της Γασκόνης κείτονται οι πόλεις και τα χωριά των Βάσκων , σωστές ολάνθιστες ανεμώνες , καταρραμένες θαρρείς να ξοδεύουν τη νιότη των παιδιών τους στην υπεράσπιση μιας πολυπόθητης , ανύπαρκτης πατρίδας. Ακολούθησε ταξιδιώτη τις ταραγμένες εκβολές του Νερβίωνα και μές από τα βυθισμένα κορμιά των ανθρώπινων αγώνων , θα ιδείς να ξεπροβάλει , σαν ολόλευκο , μαρμαρόχτιστο καμπαναριό αφημένο σε τοπίο ορεινό, χορταριασμένο, η πολύφημη βασίλισσα της Βασκωνίας , η κόρη του Δον Ντιέγκο με την αψιδωτή Πλάτα Νουέβα και το πολύψυχο λιμάνι με τα βαριά πλεούμενα που έχουν για καιρό σβηστά τα εμπρόσθια φανάρια. Το Μπιλμπάο κρυφοκοχεύει τη γη από το λόφο Αρτχάντα και φωλιάζει σαν μήτρα μέσα του τον καημό και το πάθος των ακούραστων παιδιών του. Στον καθρεδικό ναό αντηχούν οι μανιασμένες προσευχές των παραδόπιστων και από την καμαρωτή γέφυρα Αρενάλ η νιότη θωρρεί τρομαγμένη το παρελθόν και ένα παρόν ουρλιάζει σθεναρά. Σε τούτη την πολιτεία «των δικαιωμάτων και των προνομίων» αντρώθηκε η θέληση των Βάσκων για μια ανεξάρτητη και ελεύθερη πατρίδα. Στον πανσέληνο πόνο των αιώνων σφάδαζε η ψυχή ανάμεσα σε σύνορα και ανελευθερίες , θρυμματίζονταν τα σώματα από τον κρότο των όπλων και δασκαλεύτηκε η καρδιά να χτυπά πεισματερά , μπολιασμένη από έναν πόθο που μονάχα με τον άγιο τον έρωτα μοιάζει. Στα χνάρια που άφησαν οι στίχοι του Αρέστι και του Οτέρο , πορεύτηκε το Μπιλμπάο και ακόμα καπνίζει το ανάθεμα και η ελπίδα , πλάϊ στα φουγάρα που ξερνούν μονότονα μολύβι και κίτρινο χτικιό. Σε τούτο το θέατρο κυμματίζει σαν παντιέρα πολεμική η κατάσχιστη ψυχή του Βάσκου. Και μόνο τα τροχισμένα σπαθιά του λόγου κρατεί πια σφιχτά στα ροζιασμένα ακροδάχτυλα , διεκδικώντας μιαν αδούλωτη αυγή...}

{…- Κάποιος πρέπει να σπάσει την αλυσίδα Πέδρο, κάποιος πρέπει να φανεί πιο γενναίος, να μην δειλιάσει μπροστά σε αυτό που ο καθένας μας οφείλει να σέβεται. Μια ζωή, Πέδρο, μια ζωή είναι πολύ σπουδαία. Όχι λιγότερο σημαντική από τη δική σου, όχι περισσότερο από τη δική μου, του πατέρα σου. Έκανες το σωστό, είπε η Μπριγιαντέ και τα χέρια της σκούπισαν τα μάτια του που γυάλιζαν, καθρεφτίζοντας μια απορία, μα και μια ανακούφιση μαζί. Δεν μπορούσε να διακρίνει αν τα δάκρυα ή το άγγιγμα αυτού του αγγέλου έκαιγε περισσότερο το πρόσωπό του. Τον αγκάλιασε τρυφερά και η στιγμή πάγωσε. Ένα πυροτέχνημα έσκασε μέσα στην ψυχή του και έκαψε τις σκέψεις που τον κυνηγούσαν, καθώς διέσχιζε την πόλη τρέχοντας, προσπαθώντας να κρυφτεί απο λόγια, εικόνες, συναισθήματα που τον είχαν στοιχειώσει. Τα λεπτά που πέρασαν βρήκαν τον Σεγκούρα να προσπαθεί να ανακτήσει την ανάσα του, ενώ η Μπριγιαντέ και ο Πέδρο έστεκαν αγκαλιασμένοι κάτω από τον ίσκιο μιας λεύκας, σιωπηλοί, βυθισμένοι στη σκέψη τους. Ο χρόνος είχε παγώσει, όταν οι φωνές κάποιων περαστικών έθεσαν σε κίνηση και πάλι τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, όπως συνήθιζε να τα προστάζει χρόνια τώρα το ρολόι της εκκλησίας του Αγίου Ιωσήφ. Κοιτάχτηκαν για λίγο και πήραν το δρόμο για την πλατεία του Ιγνασίου, εκεί που είχαν αφήσει λίγη από την αθωότητά τους, λίγη από τη μουσική της Μπριγιαντέ, λίγη από την πρότερη ζωή τους. Ένα καταφύγιο που φυλασσόταν από ένα παγωμένο, άγρυπνο, μαρμάρινο βλέμμα και πέντε γραμμές για πέρασμα. Μια πόρτα αόρατη, βαριά, που άνοιγε μονάχα με ένα περίτεχνο μοναδικό κλειδί, όμοιο με εκείνη την καλλιγραφία στην παρτιτούρα της Μπριγιαντέ, που ο αέρας είχε φέρει στα χέρια του Σεγκούρα, όπως ακριβώς η μοίρα είχε φέρει εκείνο το οξειδωμένο πολυβόλο στα νεανικά χέρια του θλιμμένου Πέδρο, που παρέμενε ακόμα έφηβος, παρά τα καλέσματα της σκληρής του πραγματικότητας….}