Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τχ.89



Πλούσια και ποικίλη ύλη στο νέο τεύχος του «Εντευκτηρίου»




Ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία,

ζωγραφική και φωτογραφικό ένθετο



Σελίδες για τον Τάσο Χατζητάτση



(τεύχος Νο 89, Απρίλιος-Ιούνιος 2010, 176 σελ., τιμή: 10,00 ευρώ)





«Το μανάβικο» της Elaine Ask (έργο του 1983), με την ποικιλία των χρωμάτων, των αρωμάτων και των γεύσεων που απεικονίζει, συμπυκνώνει με τον πιο εύστοχο και μεστό τρόπο το περιεχόμενο του καλοκαιρινού τεύχους του περιοδικού «Εντευκτήριο» (αριθ. 89), που μόλις κυκλοφόρησε και συγκεντρώνει στις σελίδες του μια γοητευτική συνύπαρξη πεζών και ποιημάτων, ελληνικών και σε μετάφραση, καθώς και ένα μικρό αφιέρωμα στον πεζογράφο Τάσο Χατζητάτση.



ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Με δύο ποιήματα του Χριστόφορου Λιοντάκη από την ανέκδοτη συλλογή του «Στο τέρμα της πλάνης» ανοίγει το τεύχος. Δημοσιεύονται ακόμη νέα ποιήματα της Ανθής Μαρωνίτη, του Δημήτρη Λεοντζάκου, της Έλσας Κορνέτη, της Χλόης Κουτσουμπέλη και του Κώστα Ριζάκη. Η Παρασκευή Σιδερά-Λύτρα παρουσιάζει και μεταφράζει δύο ποιήματα της Λου Αντρέας-Σαλομέ (Αγία Πετρούπολη, 1861 - Γοττίγγη, 1937), της συγγραφέα με την αντισυμβατική προσωπικότητα και το πολυσχιδές έργο, που σχετίστηκε ποικιλοτρόπως με μεγάλες προσωπικότητες της εποχής της, από τον Νίτσε (ο οποίος μάλιστα μελοποίησε το δεύτερο από τα ποιήματά της που δημοσιεύονται στο τεύχος) και τον Φρόυντ μέχρι τον Πωλ Ρέε και τον Ρίλκε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σελίδες πεζογραφίας και σ’ αυτό το τεύχος: η Μαρία Καραγιάννη δημοσιεύει ένα μικρό πεζό της γραμμένο το 1972· η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη προδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημά της «Τρυφερός σύντροφος» · η Μαρία Κουγιουμτζή συνεργάζεται με ένα καινούριο, ατμοσφαιρικό διήγημά της· ο Σπύρος Καρυδάκης και ο Άκης Δήμου δίνουν με τα πεζά τους ασυνήθιστες οπτικές της παρουσίας “ξένων” στον τόπο μας και στις ζωές μας· ο Βαγγέλης Μπέκας δίνει φωνή σε έναν Έλληνα στρατιωτιώτη στο Αφγανιστάν· ο νέος πεζογράφος Άκης Παπαντώνης δημοσιεύει τρεις αφηγήσεις για την απώλεια. Αξιανάγνωστα είναι και τα δύο πεζά που μεταφράζει ο Γιάννης Θεοδοσίου: το πρώτο, ένα “road” σπονδυλωτό πεζό του διάσημου ηθοποιού, συγγραφέα και σκηνοθέτη Σαμ Σέπαρντ· το δεύτερο, ένα τρυφερό αφήγημα του Μαρκ Σλούκα, τσεχικής καταγωγής, που ζει και εργάζεται στην Αμερική.



ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΧΑΤΖΗΤΑΤΣΗ Ο πρόωρα χαμένος Θεσσαλονικιός πεζογράφος Τάσος Χατζητάτσης (1945-2008) κατάφερε στην ολιγόχρονη πορεία του (μια δεκαετία περίπου) στον λογοτεχνικό στίβο, με τα πέντε πεζογραφικά του βιβλία, να σχηματίσει ένα ευδιάκριτο στίγμα, από τα πλέον αξιόλογα των τελευταίων χρόνων.



Η Μαίρη Μικέ, στο εκτενές μελέτημά της «Η (ιστορική) κολαση της λήθης», παρακολουθεί από βιβλίο σε βιβλίο τη συγγραφική διαδρομή του Χατζητάτση, εστιάζοντας κυρίως τις λειτουργίες της μνήμης, τους τρόπους συσχετισμού της συλλογικής ιστορίας με την ατομική και τις όψεις του πλούσιου ερωτισμού στο έργο του. Από την πλευρά της, η Σοφία Νικολαΐδου, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του, Ακροτελεύτιοι εσπερινοί (2009), απευθύνει στον Χατζητάτση μια ανοιχτή επιστολή, προσωπική αλλά και ―δυστυχώς― οριστικά ανεπίδοτη. Και συντάσσει για κείνον ένα λήμμα στη γραμματολογία του μέλλοντος, που καταλήγει:



«[...] Σημαντικός Έλληνας πεζογράφος του τέλους του 20ού αιώνα. Διακρίνεται για τη ζυγισμένη γλώσσα, το πέταγμα της λέξης, την έκτυπη αφηγηματική φωνή, την πολυπρισματική αφήγηση, την μη γραμμική δομή των κειμένων του. Αγαπήθηκε από τους αναγνώστες της γενιάς του, διαβάζεται από νεότερους, τιμάται από το σινάφι και την κριτική.

― Τάσος Χατζητάτσης.

― Παρών.

Δικαιοσύνη.»



ΑΡΘΡΑ Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος καταγράφει και σχολιάζει ελληνικές εκδόσεις στη Θεσσαλονίκη επί τουρκοκρατίας (1850-1912) που βρίσκονται στη συλλογή του, από το Παροιμίαι δραματικαί. Ήτοι μεταπεποιημέναι εις αστειοτάτας κωμωδίας (1850) μέχρι τη Συλλογή ποιήσεων λυρικών και σατυρικών υπό Α. Αυξεντιάδου (1882) και Παναγιώτου Σωκρατείδου, διευθυντού της κεντρικής Αστικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Κυψέλη: Αναγνωστικόν εις Εξ τεύχη, προς χρήσιν των Αστικών Σχολών αμφοτέρων των φύλων (1911). Επίσης, ο Αλέξης Ζήρας παρουσιάζει και σχολιάζει επιστολές βορειοελλαδιτών ποιητών (Κλείτου Κύρου, Ανέστη Ευαγγέλου, Γιώργου Καφταντζή και Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου) προς τον ποιητή και θεατρικό κριτικό Νάσο Νικόπουλο (1926-1991).



ΚΑΠΝΙΣΤΗΡΙΟ Η Ζωή Βερβεροπούλου γράφει για μερικές από τις θεατρικές παραστάσεις που δόθηκαν την άνοιξη στη Θεσσαλονίκη. Ακόμη, αναδημοσιεύεται από τον Πολίτη (τχ. 32, Ιαν.-Φεβρ. 1980) ένα σχόλιο του Διονύση Καψάλη, που αποτελεί σκωπτική απάντηση στην καταστροφολογική απορία της Αλέκας Παπαρήγα (διατυπωμένη σε εκτενές άρθρο της στον «Ριζοσπάστη», με τίτλο «Το γυναικείο κίνημα και ο νεοφεμινισμός») για το «ποια θα είναι τα αποτελέσματα αν, π.χ., στις εργάτριες ενός εργοστασίου, από τα τοπικά σωματεία ή την Επιτροπή, έμπαινε κύριος στόχος η σεξουαλική απελευθέρωση ή σε ίση μοίρα με τα προβλήματα απασχόλησης». Οπότε, κατά τη λογική της σημερινής Γ.Γ. του ΚΚΕ, «οι περισσότερες απ’ αυτές, αν όχι όλες, θα μετέφεραν την πάλη τους από το εργοστάσιο στο σπίτι, πράγμα φυσικά που ταιριάζει απόλυτα με τα συμφέροντα όχι μόνο της συγκεκριμένης εργοδοσίας αλλά και της άρχουσας τάξης και των μονοπωλίων στο σύνολό τους, ιδιαίτερα σ’ αυτή τη φάση που ενδιαφέρονται να γίνει ανεκτή η πολιτική της πιο αυστηρής λιτότητας, της υποτέλειας και του αυταρχισμού [...]»!



ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πολυσέλιδη είναι και στο τεύχος αυτό η ενότητα των βιβλιοκρισιών και παρουσιάσεων. Γράφουν: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (για το βιβλίο των Χάρη Βλαβιανού και Χρήστου Χρυσόπουλου, Το διπλό όνειρο της γραφής), Τιτίκα Δημητρούλια (Αντόνιο Σκουράτι, Δάσκαλος και μαθητής), Μαρία Στασινοπούλου και Λίνα Πανταλέων (Χρήστου Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις), Γ. Δ. Παγανός (για την πρόσφατη μυθιστορηματική τριλογία του Νίκου Δαββέτα), Νικήτας Παρίσης (Ανθή Μαρωνίτη), Θωμάς Κοροβίνης (Γιάννη Μακριδάκη, Ήλιος με δόντια), Τούλα Κόντου (Πωλ Όστερ, Λεβιάθαν και Σαντόρ Μαράι, Οι στάχτες), Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας (Νένας Κοκκινάκη, «Κρίμα που είστε η σύζυγος»), Δημήτρης Αθηνάκης (Ευτυχίας Παναγιώτου, Μέγας κηπουρός· Χριστίνας Οικονομίδου, Matthew και Shirley· Πατρίτσιας Κολαΐτη, Σελέστεια), Λάμπρος Σκουζάκης (Ευριπίδη Γαραντούδη και Μαίρης Μικέ, Παλίμψηστο Καβάλας), Κώστας Θεολόγου (George Eliot, Μίντλμαρτς), Ελισάβετ Αρσενίου (Μιχαήλ Μήτρα, Μηχανή αναζήτησης) και Σπύρος Βούγιας (Ντέιβιντ Όουεν, Ασθενείς ηγέτες στην εξουσία)· στη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο» ο Γιώργος Κορδομενίδης ρίχνει λοξές ματιές σε μεγάλο αριθμό πρόσφατων εκδόσεων.



ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ Την ενότητα της λογοτεχνίας σ’ αυτό το τεύχος του «Εντευκτηρίου» κοσμούν σχέδια του Αιγυπτιώτη ζωγράφου, σκηνογράφου, χαράκτη και γλύπτη Γιάννη Μαγκανάρη (Αλεξάνδρεια, 1918 - Σίφνος, 2007), μαθητή του Παρθένη και του Κεφαλληνού.


Ο στενός του φίλος Στρατής Τσίρκας έγραψε γι’ αυτόν: «Πέτρες, νερά και σύννεφα είναι για τον Μαγκανάρη τα κεφαλαία ενός κώδικα που καταγράφει την πορεία του ανθρώπου πάνω στη γη, σημεία φυγής και στήριξης σε μια προοπτική που διαρκώς αλλάζει με την παρέμβαση της τέταρτης διάστασης: του χρόνου. Αυτός καταργεί τα περιγράμματα, σβήνει τις λεπτομέρειες, στραγγίζει απαλαίνοντας το χρώμα. [...] Στην πάλη χρόνου και χώρου το αντικείμενο επιζεί, πέτρα, νερό ή σύννεφο, συμπυκνώνοντας τα δυο στοιχεία σε δραματική ανθρώπινη στιγμή. [...] Και, φυσικά, όταν οι όγκοι φαίνονται ανολοκλήρωτοι, δεν είναι άνθρωποι που γίνονται πέτρες, είναι πέτρες που γίνονται άνθρωποι. Μια σύγχρονη προϊστορία.»



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ Στην Camera Obscura, το ένθετο του «Εντευκτηρίου» για τη δημιουργική φωτογραφία, που επιμελείται ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζεται το πορτφόλιο της Ιταλίδας Μαριάλμπα Ρούσο «Ερημίας οικειότητα». Γράφει γι’ αυτή τη φωτογραφική εργασία ο Ηρακλής Παπαϊωάννου: «πρόκειται για μικροτοπία που εντοπίζονται κυρίως στο μεταβλητό σύνορο ανάμεσα στο υγρό και το στερεό στοιχείο και μοιάζουν να προτείνουν αναλογίες με την εσωτερική, πνευματική συνθήκη. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρά ο εσωστρεφής αποκλεισμός του ορίζοντα, οι διαβαθμίσεις της βαθιάς σκιάς την οποία το βλέμμα διαπερνά με τη συνδρομή του διάχυτου ή πλάγιου φωτισμού, η εναλλαγή ανάμεσα στις ήπιες και τις οξύτερες φόρμες. [...]

Η αντιστοιχία με την ανθρώπινη συνθήκη γίνεται εδώ περισσότερο φανερή μέσα από τη διαρκή όσμωση ανάμεσα στην όψη των πραγμάτων, τα καθρεφτίσματα, αυτά που ελλοχεύουν βαθύτερα. Οι βράχοι, οι ρίζες, τα κλαδιά που βυθίζονται ή ορθώνονται έξω από το νερό, προβάλλουν ως σταθμοί ή σκαλοπάτια της περιπλάνησης του βλέμματος, προσκαλώντας το σε μια γαλήνια ακινησία, μάλλον παραπλανητική ως προς την ηρακλείτεια φιλοσοφία που αναγνωρίζει την αιώνια και διαρκή δράση των στοιχείων του κόσμου.»