ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ - "Κουφός είσαι ρε; Δεν ακούς;"

Η Σοφία Κολοτούρου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και ειδικεύτηκε στην Κυτταρολογία στα νοσοκομεία Πανεπιστημιακό Ηρακλείου Κρήτης και Άγιος Σάββας Αθηνών.
Εξέδωσε μία συλλογή ποίησης, τα "Αν-επίκαιρα ποιήματα", εκδόσεις Δαρδανός-Τυπωθήτω, 2007 (σειρά Λάλον Ύδωρ), η οποία εντάχθηκε στη μικρή λίστα υποψηφιοτήτων για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω το 2008. Δύο από τα ποιήματα της συλλογής μελοποιήθηκαν, το ένα από τον B. D. Foxmoor των Active Member (στο άλμπουμ: Όταν οι μικρόνοοι hiphoραγούν) και το άλλο από τον Κώστα Παρίσση (στο δίσκο: One For the Road του Δώρου Δημοσθένους).

Από το 2008 διατηρεί στο ίντερνετ το προσωπικό της μπλογκ, με τίτλο: http://kofosi.blogspot.com/, όπου περιγράφει ιστορίες από τη ζωή της, σχετικές με την κώφωση από την οποία πάσχει.

Το Σεπτέμβρη του 2010 εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο: ΚΟΥΦΟΣ ΕΙΣΑΙ ΡΕ; ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ; από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα από αυτό το μπλογκ καθώς και ένθετο 16-σέλιδο κόμικ σχεδιασμένο από τον γνωστό σκιτσογράφο Σπύρο Δερβενιώτη.

Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες και έχει δημιουργήσει από τον Απρίλιο του 2009, μαζί με τον Κώστα Κουτσουρέλη, τη διαδικτυακή ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης σε παραδοσιακές μορφές, με τίτλο: Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό ( http://pampalaionero.wordpress.com/ ).


 
Από τη δραστηριότητα της Σοφίας Κολοτούρου στο διαδίκτυο:

* Σοφία Κολοτούρου, Mήνυμα στο μπουκάλι, σε σύνθεση B.D. Foxmoor (Active Member)

* Σοφία Κολοτούρου, Από Δημοσιεύσεις

* Σοφία Κολοτούρου, ο Εραστής Λόρδος Τσάτερλυ


* Συζητώντας με τη Σοφία Κολοτούρου για την ανθολογία "Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό"

* "Αν-επίκαιρα Ποιήματα" - Σοφία Κολοτούρου (2007)

* ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΙΑΡΧΟΣ - ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ







Ιστορία από το βιβλίο: ΚΟΥΦΟΣ ΕΙΣΑΙ ΡΕ; ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ; της Σοφίας Κολοτούρου, εκδόσεις ΚΨΜ 2010 – η ιστορία αυτή στο βιβλίο έχει μετατραπεί σε κόμικ από τον Σπύρο Δερβενιώτη. Παρακάτω θα διαβάσετε το πρωτότυπο κείμενο, πριν από τη μετατροπή σε κόμικ.




O ΣΤΥΓΕΡΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ

 
H ζωή στην Αθήνα έχει κάνει τους πάντες σχεδόν νευρωτικούς- μη εξαιρουμένης της υπογράφουσας. Φανταστείτε όμως τώρα να ζει κάποιος σε μια πόλη όπου όλοι είναι νευρωτικοί αλλά επιπλέον ο κάποιος είναι και κουφός! Θα τον δυσκολέψει αυτό στη ζωή του παραπάνω, όσο ‘να ναι, συμφωνείτε;

Πάμε να δούμε μαζί μια σκηνή που συνέβη πέρσι το καλοκαίρι – Ιούνιος θα ‘τανε θαρρώ. Ήμουνα ανεβασμένη στο παπάκι, όχι αυτό που πήγαινε στην ποταμιά (που τέτοια τύχη! ) , το άλλο εννοώ, του άντρα μου και ψωνίζαμε κάπου στο κέντρο της Αθήνας, Σάββατο μεσημέρι.

Σταματήσαμε κάπου για δυο λεπτά να πάρει ο άντρας μου κάτι από το περίπτερο. Εγώ περίμενα δίπλα στο μηχανάκι. Φορούσα το κράνος και θεώρησα περιττό να το βγάλω. Μεταξύ μας, φοράω γυαλιά μυωπίας συχνά – όταν δεν φοράω τους φακούς επαφής δηλαδή (μην κοιτάτε που στις φωτογραφίες φοράω πάντα φακούς και σας γελάω! )
Όταν όμως φοράς κράνος μηχανής ΚΑΙ γυαλιά μυωπίας μαζί – οι ομοιοπαθείς θα με καταλάβουν – είναι ολόκληρη ταλαιπωρία να βάζεις και να βγάζεις το κράνος. Γίνεται σχεδόν διήγημα του Ψαθά, το περίφημο με την μεγάλη τσάντα και το μικρό τσαντάκι: Βγάζει τα γυαλιά μυωπίας – - ανοίγει την τσάντα -τα τοποθετεί μέσα στην τσάντα – βγάζει το κράνος – ανοίγει πάλι την τσάντα – βγάζει τα γυαλιά μυωπίας – τα φοράει – μετά θέλει να ξαναβάλει το κράνος…Καταλάβατε, τέλος πάντων.

Θεώρησα λοιπόν περιττό να βγάλω το κράνος για 2-3 λεπτά μέχρι να επιστρέψει ο άντρας μου. Εβγαλα, αντ’ αυτού, το κινητό από την τσάντα (προσφιλής μου συνήθεια) και έστειλα κανά δυο μηνύματα.
Φυσικά, ως συνήθως, δεν έδινα καμία σημασία στον κόσμο γύρω μου. Σε λίγο ήρθε κι ο άντρας μου και πήγαμε να φύγουμε. Τότε πετάκτηκε ένας ηλικιωμένος κύριος από ένα παγκάκι δίπλα και πηγαίνει στον άντρα μου και λέει:
- Κύριος: με συγχωρείτε….αυτός εκεί….αυτή (είναι άντρας ή γυναίκα; ) αυτός, ο φίλος σας…με το κράνος….

- Αντρας μου: Η γυναίκα μου είναι κύριε, τι θέλετε;

- Κ: εεε….και γιατί κάθεται ΤΟΣΗ ΩΡΑ εδώ με το κράνος; Της μιλάω και δεν απαντάει, ξένη είναι;

- Α: όχι κύριε, έχει πρόβλημα ακοής, τι θέλετε;

- Κ: ε, να….την έβλεπα ΤΟΣΗ ΩΡΑ με το κράνος εδώ και σκιάχτηκα….και με αυτά τα παντελόνια και τα μπουφάν τώρα που φοράνε δεν ξέρεις αν είναι άντρας ή γυναίκα…να σας πω….εγώ ήθελα να περάσω και φοβήθηκα, νόμιζα πως είναι ένας στυγερός δολοφόνος, που θα πήγαινε να κλέψει μια τράπεζα ή περίμενε τον συνεργό του να γυρίσει…

- Α: να βλέπετε λιγότερη τηλεόραση κύριέ μου…

- Κ: κι αν ήτανε στυγερός δολοφόνος; Που να το ξέρω εγώ; Δεν μίλαγε κιόλας…

- Α : (….) κι εγώ δεν ξέρω τι να σας πω τώρα…Αντίο σας!
Το φοβερό είναι ότι δεν αντιλήφθηκα πλήρως όλη τη στιχομυθία, παρά μόνον όταν φτάσαμε στο σπίτι και μου την εξήγησε επακριβώς ο άντρας μου.

Καθόλου δεν με πείραξε που χαρακτηρίστηκα Στυγερός Δολοφόνος – ήταν μια ευχάριστη νότα, σε σχέση με τους συνήθεις χαρακτηρισμούς (ήταν μια κωφάλαλη…κλπ κλπ) . Μπορώ να σας πω ότι καμάρωσα κιόλας που φαίνομαι και λίγο τρομακτική (με τα παντελόνια και τα μπουφάν μοτοσικλέττας).

Με στεναχώρησε όμως, που δεν χαρακτηρίστηκα ΣτυγερΗ Δολοφόνος. Α, στο καλό! Και νόμιζα πως με τον άντρα μου μπορούμε να περάσουμε για Μπόνι και Κλάιντ. Τώρα, τι; Θα καβαλάμε το μηχανάκι και θα μας περνούν για Κλάιντ και Κλάιντ; Δεν λέει…

 
***