Περιοδικό ΠΟΡΦΥΡΑΣ τχ.138



Ο «Πόρφυρας» Νο 138

Στις σελίδες του νέου τεύχους του περιοδικού Πόρφυρας (Νο 138, Ιανουαρίου – Μαρτίου 2011), τα κείμενα υπογράφουν: το δοκίμιο, ο Γιώργος Κεχαγιόγλου (Για την «προϊστορία» της γραπτής νεοελληνικής παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας), ο Γιώργος Ανδρειωμένος (Περί των θεολογικών ενδιαφερόντων του Ανδρέα Κάλβου), η Σταυρούλα Γ. Τσούπρου (Η φυσιογνωμική ως ταυτοδοτικό εργαλείο στην πεζογραφία της γενιάς του ’30 και εντεύθεν) και ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος (Το «Μπονμπόν Παλάς» της Ελιφ Σαφάκ), την ποίηση, ο Ιβάν Θεόφιλοφ (μετάφραση Ζντράβκα Μιχάιλοβα), ο Σπύρος Κατσίμης, ο Ντίνος Σιώτης, ο Ερωτόκριτος Μωραΐτης, η Ελένη Μερκενίδου, η Ντίνα Καραβίτη, ο Παναγιώτης Καποδίστριας και ο Γεράσιμος Ρομποτής, την πεζογραφία, ο Ιγνάτιος Αλδεκόα (μετάφραση Σωτήρης Λίβας) κι ο Γιάννης Καβάσιλας. Το θεατρικό έργο «Το μαξιλάρι του Καντάν», αποδιδόμενο στον μεγάλο δραματουργό (και ηθοποιό) του ιαπωνικού Θεάτρου Νο, Ζεαμί Μοτοκίγιο (1363 – 1443), μετέφρασε και υπογράφει ο Δημοσθένης Κορδοπάτης.

Τις σελίδες με τον γενικό τίτλο «περίπλους» (σχόλια, κριτική) υπογράφουν ο Μίλτος Καρκαζής, ο Θεοδόσης Πυλαρινός, η Σταυρούλα Γ. Τσούπρου, ο Γιώργος Ν. Μοσχόπουλος κι η Ανθούλα Δανιήλ.

Το εξώφυλλο είναι του Πάνου Περιστέρη, πάνω σε μια ψηφιακή εικόνα του Θεοτόκη Ζερβού, ο οποίος εικονογραφεί και το τεύχος, ενώ το επαναλαμβανόμενο κόσμημα είναι του Σπύρου Αλαμάνου.

Το εισαγωγικό κείμενο στο τεύχος αυτό έχει τίτλο «Φωνές ράτσα υψικαμίνου», στίχος-προτροπή του ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Έκτορα Κακναβάτου, που η πρόσφατη απώλειά του και η εκρηκτική ποίησή του δίνουν αφορμή για ερωτήματα που αναφέρονται σ’ αυτή τη γενιά και στις στιχουργημένες παρακαταθήκες τους, όπως π.χ. αν και κατά πόσο ανταποκρίνεται σήμερα πλήρως η επονομασία της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ως «γενιάς της ήττας». «Οι φωνές των ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς κατά την εκτίμησή μας», παρατηρείται στο σημείωμα, «είναι στο σύνολό τους και “φωνές ράτσα υψικάμινου”, κι ίσως πρέπει να τις δούμε κι απ’ αυτό το πρίσμα, χωρίς να αμφισβητούμε ή να παραμερίζουμε την ιστορική πλέον και καίρια στη φόρτισή της επονομασία “γενιά της ήττας”, δεδομένου ότι σχεδόν κανείς ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς δεν έμεινε αδιάφορος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ακόμη και από αντίθετες ιδεολογικά θέσεις, στα κελεύσματα των καιρών και στην ποιητική καταγραφή της οδυνηρής κατάληξης. Ήδη όμως πολλοί σύγχρονοι νεότεροι μελετητές και κριτικοί βλέπουν και μ’ άλλο τρόπο αυτές τις φωνές».